|
|
Οι παλιές φωτογραφίες |
Πιάσε τις φωτογραφίες να τις δείξω στο παιδί που θέλει. Αλλά κοίτα να δεις, αυτό θέλει ώρα. Α, όλα κι όλα! Δεν λέει γρήγορα· τι να προλάβεις; Εδώ μέσα είναι όλο το χωριό· από το χίλια οκτακόσα τόσο... Ούτε ξέρω από πότε. Να βάλω και μια να τα πούμε μαζί ωραία; Εδώ είμαστε! Πάρε και κάνα σύκο, αλλιώς μόνο το ποτό μπορεί να σε χτυπήσει... Να, δες αυτές που είναι πολύ παλιές. Έχω να σου λέω ίσαμε αύριο...
|  |
Θα σου δείξω κι άλλες. Χρόνο νά΄χεις και δω είμαι γω. Είπαμε, αυτά τα πράγματα θέλουν χρόνο. Πιες, εκεί έχω το φλασκί! (Ξεκινάμε· στις παρενθέσεις οι ημερομηνίες γέννησης)
| |
| Βλέπω ότι ξεκινάμε απ' τα δύσκολα! Ποιος ξέρει τώρα ποια είναι αυτή; Που βρήκες τη φωτογραφία; Στο μουσείο... Τι να σου πω, δεν ξέρω... Είναι πολύ παλιά. Πάμε παρακάτω και ξαναγυρνάμε μετά σ' αυτήν. |
|
|
| Κοίτα τώρα. Που βρεθήκανε μαζί τόσες παλιές φωτογραφίες! Αυτή είναι η γιαγιά μου η Λουκία. Του πατέρα μου η μάνα. Την είχε βγάλει στην Κωνσταντινούπολη στου Σεβάχ. Που βρέθηκε; Κρατήστε την στο μουσείο να την έχετε ενθύμιο να λέτε ότι είναι η μάνα του Ζαλώνη του Μαριετίνη... Εκείνα τα χρόνια που να βρεις φωτογραφείο στο νησί. Ή από την Πόλη θα ήταν ή από την Σμύρνη. Άντε και στη Σύρο, αν και δεν είχαμε πολλές επαφές... Πήγαιναν, που λες, οι κοπέλες στην Πόλη να φτιάξουν τα προικιά τους· έραβαν ωραία ακριβά ρούχα και έστελναν καμιά φωτογραφία πίσω, ως ενθύμιο, να τη θαυμάσουμε και μεις στο χωριό πόσο καλοστεκούμενες είχαν γίνει στα ξένα! |
|
|
| Ε, αυτός είν' ο Ντον Γιώργης ο Φυρίγος. Δες τι νέος που 'νι, με μαύρα μούσια. Να, αυτή η φωτογραφία είν' απ' τη Σύρο, στου Κολιού. Δεν υπήρχαν ηλεκτρικά και φώτα, όπως σήμερα, και τους φωτογράφιζε ούλους στην αυλή τ', το μεσημέρ'. Κρεμούσαν και ένα σεντόν' από πίσω για να μην φαίνεται το ντουβάρ'. Εκείν' τη μέρα ο Κολιός είχεν ζητήσει απ' τον Ντον Γιώργη να βγάλ' τα γυαλιά του για να δείχνει κάπως καλύτερα. Εγώ τον παπά τον είχα γνωρίσει μικρός. Έλεγε συνεχώς αστεία. Μια μέρα κατέβαινε στη Χώρα χωρίς γαϊδούρι. Κάποιος τον συναντά στο δρόμο και του λέει: «ε, ντον Γιώργη, πας στ’ Χώρα μι τα πόδια;» «Ήντα 'θελες να κάμου τα πόδια μ’; Να τ’ άφ’να στου χουριό;». Ήταν πολύ ωραίος σ' αυτά. Πέθανε έτσι ξαφνικά λίγο μετά τον τορπιλισμό της Έλλης. |
|
|
| Αυτός είναι ο Ιάκωβος Βίδος (1872) φωτογραφημένος στο Πέραν της Κωνσταντινούπολης. Το σπίτι του ήταν αυτό που έχει ο Ζακ σήμερα. Ήταν παππούς του. Είχε φτιάξει δίπλα τον μικρό τον καφενέ που τώρα μένει η Μαρία και ο Γιώργος ο Ρήγας. Πέθανε πολύ νέος ο κακόμοιρος αλλά είχε προλάβει και έκανε παιδιά... |
| |
| Η Ανζέλ Βίδου (1872), αδελφή της άμιας Μαρί που παντρεύτηκε τον Γιάννη τον Πιπέρη. Και αυτή φωτογραφημένη στο ίδιο φωτογραφείο του Πέραν. Ξέρεις, η πρώτη κόρη του μπάρμπα-Γιάννη του Πιπέρη, η Αντωνία (1917) παντρεύτηκε τον Γιακουμή τον Φιλιππούση (1915), τον γερό-Καρύδα. Η γιαγιά μου η Σοφιά, η Μαρί και η Ανζέλ ήταν αδερφές. Αυτή πρέπει να πέθανε γύρω στο '55. Τέλος πάντων μην σε μπλέξω. Αυτή ήταν πολύ καλή γυναίκα. Δεν παντρεύτηκε ποτέ. Οι Φραγκισκανοί από την Κωνσταντινούπολη, είδαν πως το μοναστήρι του Σαντ Αντώνιο στη Χώρα δεν είχε πια κανέναν και της λένε «αφού είσαι από την Τήνο γιατί δεν πας εκεί». Αυτή το κρατούσε όλο το μοναστήρι, μόνη της. Δεν υπήρχε άλλος. Εγώ, όταν ήμουν μικρός, άφηνα στο χάνι το γαϊδούρι και πήγαινα να την επισκεφτώ. Είχε και έναν εξώστη, πάνω από την εκκλησία, και πήγαινα και περιεργαζόμουν το αρμόνιο που έβγαζε ήχο. Δεν είχα ξαναδεί τέτοιο πράγμα... «Αν το πατάς, βγαίνει μουσική» μου έλεγε, και με άφηνε. Α, πολύ καλός άνθρωπος. |
|
|
| Ούτε αυτή την ξέρω. Που την βρήκες την φωτογραφία; Κι αυτή από το μουσείο; Τι να σου πω βρε Δημητράκη μου... Δεν βλέπω και τόσο καλά, μη θαρρείς και εδώ μέσα είναι σκοτάδι. Αυτά τα πράγματα θέλουν ώρα. Θα νά'ρθεις μια φορά απ' το πρωί, θα τις πιάσουμε όλες μία-μία, να τις θυμηθώ, και μετά ρώτα με ότι θες. |
|
|
| Εδώ είναι Βωλακίτες στη Λάρισσα, λίγο μετά τους βαλκανικούς του 1912-'13. Να τους μετρήσουμε: είναι ένας ο Φραγκίσκος ο Ζαλώνης ο Γάτας (1889) του Γιακουμή και της Μαρίας, ο άντρας της άμιας Λουκίας (1904) που την έχεις γνωρίσει. Δύο, εδώ να στο κέντρο, ο μπάρμπα-Γιάννης ο Πιπέρης (1888) του Αντωνίου και της Σοφίας, ο πατέρας του Γιαννούλα. Και τρεις, είναι στα δεξιά ο Νικολής ο Βίδος (1895) του Ιακώβου και της Ειρήνης που μετά παντρεύτηκε την Μαρίκα την Ξενοπούλου. Τότε γινόντουσαν τόσοι πόλεμοι. Όσες φωτογραφίες είχαμε που έδειχναν αγόρια, όλες ήταν από τον στρατό. Όλες οι γυναίκες από την Πόλη και τα παληκάρια από το στρατό. Εμένα μ' άρεσε ο στρατός ήταν ωραίο πράμα κι ας υποφέραμε τότες... Με είχαν στείλει στο Λόχο στην Κόρινθο, με τα χιόνια. Μεγάλη ιστορία αυτή, θα στην πω κάποια φορά. |
|
|
| Τώρα αυτή δεν την ξέρω ποια είναι, αν και δεν είναι ξένη εικόνα στα μάτια μου. Αυτό το μαύρο φουλάρι στο λαιμό γράφει «ενθύμησις». Πως τα παιδιά φωτογραφιζόντουσαν ναυτάκια ή τσολιαδάκια; Έτσι και κάποιες, που ταξίδευαν για μικρό διάστημα στις ελληνικές γειτονιές της Κωνσταντινούπολης, φόραγαν τέτοια μαντήλια για να τους θυμούνται οι δικοί τους που έμεναν πίσω. |
|
|
| Αυτές ποιες να είναι; Αυτή στο κέντρο δείχνει να είναι η μάνα τους. Καλογριές είχαμε απ' το χωριό. Αυτή πρέπει να είναι η Ελένη η Φοσκαρίνη του Γιάκομου και της Ειρήνης, δεν είμαι όμως σίγουρος. Η τελευταία καλογριά που είχαμε ήταν η σουόρα Μαριέττα του Ξενόπουλου που έμενε στα Λουτρά και πέθανε κατά την διάρκεια του πολέμου. Εκείνη την εποχή έχαμε μείναμε μόνο παληκάρια στο χωριό... |
|
|
| H άμια Μαρί η Βίδου (1884), ή μαντάμ Μαρί όπως την λέγαμε εμείς. Ήταν σύζυγος του Γιάννη του Πιπέρη. Καλή γυναίκα που φρόντιζε το σπίτι της. Ήταν ωραίες εποχές τότε. Δεν την θυμάμαι να πήγαινε στα χωράφια. Ο μπαρμπα-Γιάννης είχε περιουσία. |
|
|
| Να και ο άντρας της, ο μπαρμπα-Γιάννης ο Πιπέρης (1888) στους βαλκανικούς πολέμους του '12. Πήγαινε στα Κάτω Μέρη, τον φιλοξενούσαν δυο-τρεις μέρες, και έφτιαχνε κοφίνια. Τα κοφίνια του ήταν πολύ γερά και τα ζητούσαν συνέχεια... Ήταν εργατικός και σοβαρός άνθρωπος. Εμείς, τον ξέραμε καλά, γιατί τα σπίτια μας ήταν κοντά και με τον γιο του είμαστε πολύ φίλοι. |
|
|
| Εδώ είναι πάλι η μαντάμ Μαρί με την γιαγιά Σοφία, την Μπακάλενα, πριν παντρευτεί τον παππού μου. Έτσι είναι: η γυναίκα λένε τον ημερεύει τον άνθρωπο... Η γιαγιά έμεινε χήρα από τότε που ήταν νέα· στο τέλος η κακομοίρα δεν έβλεπε καθόλου. Καλές γυναίκες και οι δύο. Πιες λίγο ακόμη, μη φοβάσαι! |
|
|
| Αυτός είναι ο Ανδρέας ο Σιγάλας ο Κακάλας (1906), όταν ήταν νέος, με την γυναίκα του την Λουκία (1908). Αν σ' ενδιαφέρει: οι γονείς του μπάρμπα-Αντρέα ήταν ο Μάρκος ο Σιγάλας και η Άγγελα Φυρίγου, και γονείς της Λουκίας ήταν ο Πέτρος Κολλάρος, ο Σαγγάρης πως τον φωνάζαμε και η Ανέττα η Βίδου. Εδώ είναι με το πρώτο τους παιδί τον Μάρκο (1929). Και οι τρεις του –θεός σχωρέστους– είναι στον Άγιο Μάρκο τώρα... |
|
| >
| Κοίτα να δεις: αυτή είναι η Λουκία η Ζαλώνη, την βλέπεις; Η μητέρα της Ζωζεφίνας και της Σοφίας. Και δεξιά είναι μαζί με την Λουκία τηΓκανάνη, την μάνα του Μάρκου. Αυτή είχε τέσσερα αγόρια και τα μάθαινε να ψέλνουν. Γι' αυτό ο Μάρκος μέχρι και σήμερα, στα 88 του, ψέλνει στα λατινικά. Ξαναγυρίζει στην παιδική του ηλικία μαθές... |
|
|
| Εδώ είναι οι τέσσερις αδερφές Κολάρου: η Αννέζα, που παντρεύτηκε τον Βλάσσιο Πέτοβιτς και εδώ κρατά την Άγγελα, την μάνα της Αγνής του Ρόκκου. Είναι η Λουκία του Κακάλα, η Λίζα του Αντωνά που κρατά τον Μάρκο το πρώτο παιδί της Λουκίας και η Ρόζα του Γερώνυμου στο τέλος. Όλες είναι κόρες του Κολάρου. Η περιοχή Κολαρού που είναι αριστερά απέναντι από το σπίτι του Νίκου και της Μαρίνας λέγεται Κολαρού, από τον πατέρα τους. |
|
|
| Εδώ είναι ο Γιώργος ο Βίδος, ο παππούς σου με τον Αντρέα τον Κακάλα. Ο παππούς σου ήταν κληρωτός του '26 και ο μπάρμπα-Αντρέας του '27. Ήταν δηλαδή μεγαλύτερος από τον Αντρέα, επειδή όμως έδειχνε πιο μικρός ο φωτογράφος τον τοποθέτησε όρθιο για να δείχνει σεβασμό στον «μεγαλύτερο»! |
|
|
| Εδώ είναι ο Ζακ (1932) με τον θείο σου τον Νάτσιο (1936) επάνω στην καρέκλα. Ήταν πολύ ωραίος άνθρωπος, όσο τον εγνώρισα, γιατί λίγο τον εγνώρισα κι αυτόν. Ήταν πολύ ωραίος άνθρωπος ο συχωρεμένος ο θειός σου ο Νάτσιος, και τεχνίτης, και... Είχε πάει στην Αθήνα, είχε μαραγκούδικο ξέρω 'γω. Ήρθε κάποτε. Εμείς έχουμε το συνήθειο «δεν θα πιούμε ένα». Μου λέει «ρε συ Αλέκο, δε θα πιω ποτέ!» Λέω το γιατί; «Είδα, λέει, μια φορά το μπαμπά μ' σε τέτοια κατάστασ' που δε θα το πιω ποτέ!» |
|
|
| Εδώ είναι η Σοφία και ο Νταμιάνος στην Ευαγγελίστρια. Ωραίοι άνθρωποι, και καλοί! Η Σοφία ήταν από το Βωλάξ, αλλά η ίδια είχε γεννηθεί στην Ποταμιά όταν ο πατέρας της ο Νάτσιος ο Φυρίγος βρισκόταν εκεί. Ο άντρας της, που βλέπεις δεξιά, ήταν ο Νταμιάνος ο Καπετάνιος από την Περάστρα. Παντρεύτηκαν στο χωριό τον Νοέμβριο του 1934 και έκαναν μαζί τρία παιδιά: την Αντωνία, τον Ματέο και τον Ιγνάτιο που έγινε φρερ. Η κακόμοιρη η μάνα πέθανε πολύ νέα –στη γέννα. Τότε δεν υπήρχαν τα μέσα που υπάρχουν σήμερα. Την εβάλανε σε μια σκάλα και με αυτό τον τρόπο την μετέφεραν στη Χώρα. Από κει, με πλοίο, θα πήγαινε στο νοσοκομείο της Σύρας. Φαντάσου ταλαιπωρία. Και μόλις είχε γεννήσει. Δυστυχώς δεν τα κατάφερε και πέθανε στη Σύρα... Δεν θά'ταν ούτε 30 ετών, θεός σ'χωρέστην, όταν συνέβει αυτό... |
|
|
| Αυτός ο όρθιος δεν είναι από τα μέρη μας. Ο άλλος είναι ο παππούς σου ο Γιώργος (1915). Εδώ είναι στον πόλεμο του '40 που, μεγάλος, τον έπιασε η επιστράτευση. Έτυχε τώρα και τον πήραν· δεν καλέσανε μεγαλύτερους, σ' αυτόν σταμάτησαν. Ανακοινώθηκε ότι όσοι γεννήθηκαν την τάδε ημερομηνία έπρεπε να καταταγούν. Πήγε στην χωροφυλακή της Χώρας και του έδωσαν φύλλο πορείας. Αφού έφυγε με πλοίο για τον Πειραιά, μόλις φτάσανε τους μαζέψανε τότε σε ένα στρατόπεδο στην Αττική και από κει πήγανε στον σταθμό Λαρίσης. Με το τρένο τους έστειλαν στη γραμμή Μεταξά, στο Κιλκίς στην ελληνοβουλγαρική μεθόριο που θεωρούνταν η κύρια απειλή για την Μακεδονία. Εκείνον τον πήγαν σε κάποιο επιφανειακό πολυβολείο. Με την πρώτη κανονιά –δεν χρειάστηκε δεύτερη– οι Γερμανοί αχρήστευσαν την γραμμή άμυνας και διαλύσανε το μοναδικό πολυβόλο που είχαμε. Τους είπαν τότε να ξαναγυρίσουν πίσω. Έκανε δυο βδομάδες φαντάρος και χρειάστηκε τρεις ολόκληρους μήνες για να ξαναγυρίσει από το Κιλκίς στην Τήνο. Κολύμπησε, πήρε βάρκες και πλοία, περπάτησε και μπόρεσε και έφτασε πίσω πάλι στο χωριό. Η μάνα μου με τα παιδιά μικρά είχαν τρελλαθεί... |
|
|
| Αυτή είναι η Άννα η Σιγάλα (1898) ντυμένη Αμαλία· είναι αδελφή της Ρόζας του Αλέκου. Όμορφη γυναίκα. Δες βλέμμα! Γράφει κάτι η φωτογραφία; «Φεβρουάριος 1938». Η Άννα είναι του Κουμάνη [Ιάκωβου Σιγάλα] κόρη. Ο Κουμάνης είχε την Άννα, την Ρόζα, τον Μάρκο τον Τσιτσάνη και την Άγγελα του Νταμιάνου. Αυτή που λες, η Άννα, παντρεύτηκε έναν Αγαπιανό και είχανε ένα ή δύο παιδιά. Μια φορά, το παιδί θά'ταν-δε-θά'ταν 16 χρονώ, ήθελε να πάει για κυνήγι. Η μητέρα του φοβόταν και δεν το άφηνε. Τραβούσε ο ένας το όπλο, τραβούσε η μάνα από την άλλη, εκπυρσοκρότησε το όπλο σκοτώθηκε η μάνα. |
|
|
| Αυτή με τα λουλούδια είναι η Ειρήνη Δελλατόλα από το Αγάπη· μητέρα της Ελενάρας (1927) του Φραγκούλα (1923), της κυρά Μαρίας της Πιπέρενας και της Φραγκίσκας του Νάτσιου του Χαρικιόπουλου. |
| |
| Αυτός είναι ο Γιανέντας ο Μέγας όπως τον έλεγαν [Ιωάννης Βίδος (1926)]. Άνθρωπος ταλαιπωρημένος, σχεδόν τυφλός, που δεν έζησε καλά-καλά την μητέρα του. Πέθανε στα 23 του, την δεκαετία του '40. Περάσε μια δύσκολη ζωή, χωρίς ευκαιρίες, τίποτα. Και η μητέρα του πέθανε πολύ νέα και ο πατέρας του έπινε πολύ... Τι να πεις... Εσείς σπίτι-σχολείο δεν μάθατε τα πιοτά. Καλό είν' κι αυτό. Εμείς εδώ με τους γονείς, θεός σχωρέστους, τα συνηθίσαμε. Να χθες πήγαμε με τα παιδιά και πιήκαμε μισό κιλό, και μετά πήγαμε και πιήκαμε και τα ουζάκια μας –ήταν η μέρα τέτοια. Καλά περάσαμε. Ο πατέρας του Γιανέντα, όμως, έπινε πολύ... |
|
|
| Η Μαρία Ζαλώνη η Καράκενα. Αυτή δεν είναι από τη Βωλάξ. Ο Καράκος ήταν από το Σκλαβοχωριό. Πρέπει να είναι αδελφός της. Αυτή ήταν φίλη της Λουκίας της Γάταινας ίσως να είχαν και κάποια συγγένεια. Η Σοφία μου έδωσε την φωτογραφία. Τις βρήκανε τώρα που χτίζουν το σπίτι του Ιωσήφ. Θα την πάω κι αυτή στο μουσείο. |
|
|
| Η φωτογραφία είναι της δεκαετίας του '30. Εδώ είναι πάλι ο Ντον Γιώργης Φυρίγος στα αριστερά. Ο μεσαίος από το ντύσιμο πρέπει να είναι μονσινιόρ [εκκλησιαστικός λατινικός τίτλος] αλλά δεν ξέρω ποιος· μήπως είναι ο Γουιδάτος. Δεν ξέρω να σου πω. Βλέπεις που ο Ντον Γιώργης έχει το χέρι στην τσέπη; Στην τσέπη του είχε πάντα ένα κουτάκι ταμπάκο. Και όταν έβαζε λίγο στη μύτη του φταρνιζόταν και μονολογώντας έλεγε: «Γειά σου παπά μ’». Και απαντούσε ο ίδιος: «Ευχαριστώ, Δον Γιώργη!» |
|
|
| Εδώ είναι ο Καπαντσάς [Νάτσιος Χαρικιόπουλος], αρρενωπός νέος και δεξιά του ο αδελφός του ο Πέπος. Αφού ο Νάτσιος είναι γύρω στα 87 σήμερα, πρέπει να γεννήθηκε γύρω στα 1925. Άρα η φωτογραφία είναι μετά τον πόλεμο, λογικά την εποχή του εμφυλίου. Παληκάρι και δουλευταράς. Να σου επι ιστορίες όταν δούλευε στα μάρμαρα να τρελλαθείς! |
|
|
Αυτά είναι τρία από τα παιδιά του γερο-Ντουντού: Ο Ιωσήφ Φυρίγος ο Μπρούνος· ο Γιάννης Φυρίγος ο Τακάς με το όπλο στα χέρια· και ο Γιώργος ο Μπούμπας. Ο γερό-Ντουντός είχε πολλά παιδιά. Υπήρχαν ακόμη ο Αντώνης ο Ντουντός, που τον γνώρισες, ο Αλέκος φυσικά, η Άννα και η Σοφία. Εδώ είναι στο χωράφι τους, δέκα μέτρα (αριστερά) πριν την Πλάκα, το Άπλωμα που λέτε εσείς. Ο Ιωσήφ είχε στην αρχή ανοίξει ένα καφενεδάκι αλλά μετά πήγε στην Αθήνα και έφτιαχνε εκεί καλάθια. Από τη θημωνιά με το κριθάρι πρέπει να είναι Ιούνιος. Ναι. 99% Ιούνιος θα 'ναι.
|
|
Leopold Dustal, 23-29.04.2012
|
 |
Οι άνθρωποί μας |
Λέμε να αρχίσουμε να ανεβάζουμε φωτογραφίες από τους ανθρώπους του χωριού.
–Φωτογραφίες από τους ανθρώπους μας.
Λέμε, ακόμη, αντί για λεζάντες, να βάζουμε ποιήματα.
|
 |
|
Ο ήλιος βασιλεύει. Τα σύννεφα σηκώνονται ανάμεσα στα βράχια
και ένας μακρύς άνεμος ξυρίζει τις βελανιδιές.
Τα πουλιά πετάνε πέρα, στο ατέλειωτο διάστημα.
Στα βουνά δεν υπάρχουν οι έγνοιες του κόσμου...
|
 |
Λουκία Ζαλώνη (1904-2001)
Μου φαίνεται πως μία έξυπνη πλανιέται στα βουνά
με χείλη πάντα χαμογελαστά, μ' ευγενική συμπεριφορά.
Μόνη στέκεται
στην πιο μοναχική λοφοκορφή, γη των συννέφων γύρω της.
Απαλά φυσάει ο άνεμος, απαλά πέφτει η βροχή.
Η χαρά σαν ομίχλη μεγαλώνει
και διώχνει τις σκέψεις της για το σπίτι.
Τσ'ου Γιουάν (4ος αι. μ.Χ.)
|
 |
Ανδρέας Σιγάλας (1906-2000)
Όταν ήμουν νέος δεν ταίριαζα στο κοινό καλούπι.
Από ένστικτο, αγαπάω τα βουνά και τους λόφους.
Μένοντας στην απλότητα,
θα γυρίσω στον κήπο, στο χωράφι.
Μόνος μου, βάζω να πιω μια κούπα κρασί•
Όταν η κούπα αδειάζει, η στάμνα τη γεμίζει από μόνη της.
Περήφανος σφυρίζω κάτω από τ' ανατολικό μπαλκόνι.
βρήκα πάλι το νόημα της ζωής...
Τάο Τσι'έν (365-427 μ.Χ.)
|
 |
Φραγκίσκος Πιπέρης (1923-2010)
Ανάμεσα στα λουλούδια μια φιάλη κρασί.
Πίνω μόνος χωρίς σύντροφο.
Υψώνω την κούπα μου και προσκαλώ το φεγγάρι.
Μαζί με τον ίσκιο μου, είμαστε τρεις.
Κι ας μην ξέρει το φεγγάρι να πίνει.
Λι Πο (701-762 μ.Χ.)
Το ποίημα έχει τίτλο: «Πίνοντας μόνος κάτω από το φεγγάρι»
|
 |
|
Λίζα Ξενοπούλου (1919-2010;)
|
 |
Γιώργος Βίδος (1905-1990)
(Σε απάντηση στην ερώτηση του Αυτοκράτορα: «Δικό σου τι είναι ανάμεσα στους λόφους;»)
Δικό μου τι είναι ανάμεσα στους λόφους;
Απάνω στις κορφές τα άσπρα σύννεφα.
Αυτά είναι μοναχά για τη δική μου τέρψη,
δεν πιάνονται, δε στέλνονται στη Μεγαλειότητά σου.
Τάο Χουνγκ-Τσινγκ (452-539 μ.Χ.)
|
 |
Μάρκος Φυρίγος (1923-2012)
Μέρες και νύχτες γυρνούν,
καθώς ρυτιδώνεται το πρόσωπό μου
και λιγοστεύει το πνεύμα μου.
Φοβάμαι, μη σε μια στιγμή σκορπίσει η ζωή στον άνεμο.
Πάντα είχα δύναμη...
Όμως, που ξέρεις.
Τζουάν Τσι (210-263 μ.Χ.)
|
 |
|
Ρόζα Φυρίγου (1924-1996)
|
 |
Ιερώνυμος Χαρικιόπουλος (1909-1997)
Το μεγάλο ποτάμι, το Φθινόπωρο,
γρήγορα πλημμυρίζει.
Στην άδεια χαράδρα η νύχτα είναι γεμάτη θορύβους.
Μαζεύω τις κουκουνάρες που έριξε ο άνεμος
και ανοίγω τις κυψέλες όταν ο ουρανός είναι κρύος.
Τα μονοπάτια κρύβονται σε χίλιες σωρωμένες πέτρες.
Του Φου (712-770 μ.Χ.)
|
 |
Φίλοι της Βωλάξ, 25.10.2011
|
Travelogue |
Η πρώτη σχολική έκθεση της χρονιάς είχε νομοτελειακά το θέμα «Πως περάσατε τις διακοπές;». Λένε ότι ο Σεπτέμβριος είναι ο θάνατος του καλοκαιριού, και ότι το μόνο που μπορεί να βοηθήσει για να μην χαθεί τελείως το καλοκαίρι, είναι να ξαναπάρουμε με την σειρά τις στιγμές του. Δεν μπορώ να τις θυμηθώ όλες· ίσως και να μην μπορώ να τις μοιραστώ. Κι αυτό, γιατί καλοκαίρι δεν είναι μόνο ότι συνέβη κατά την διάρκειά του, αλλά και κάθε σκέψη και κάθε όνειρο για πράγματα που θα θέλαμε να συμβούν και δεν τα καταφέραμε... |
 |
|
Με αυτό το post, προσπαθώ να φτιάξω ένα ημερολόγιο μιας καλοκαιρινής μέρας· ένα σύνολο συμπυκνωμένων στιγμών από τις διακοπές μου –τις διακοπές μας– στο χωριό. Αν ήσουν εκεί, μην κάνεις πως δεν καταλαβαίνεις!
|
 |
|
Περίμενε, θα σου τα πω όλα. Ο ήλιος ανατέλει πάνω από το καμπαναριό της εκκλησίας
και από την απόλυτη ηρεμία οδηγούμαστε σε μια κατάσταση διαρκούς μετακίνησης. Οι νεώτεροι κάτοικοι του χωριού σπεύδουν για τις παραλίες,
και στην θέση τους εμφανίζονται τουρίστες με χιλιάδες ερωτήσεις (από εδώ θα πάμε για το θέατρο - το μουσείο είναι ανοιχτό - may I ask
you something - που είναι τα βράχια) Σηκώνω το κεφάλι μου ψηλά. Ποτέ δεν χορταίνεις τον ήλιο που υψώνεται επάνω από την ενορία
του χωριού.
|
|
| Κτίσματα από το παρελθόν, σχήματα χωρίς αύριο, αντικείμενα σε αποστρατεία.
Ίχνη από την Βωλάξ μιας άλλης εποχής βρίσκω –για πόσο ακόμα– μέσα στο χωριό, όταν στην βόλτα μου γίνομαι πιο προσεκτικός. Οι ξεδοντιασμένες
πέτρες από την σκάλα της Άννας που οδηγούν στο δώμα της και οι ασοβάτιστες καμινάδες μου επιτρέπουν να πάρω μια ιδέα από τον τρόπο δόμησης τ
ων προγόνων... Μια μελαγχολική αποτύπωση για κάτι που χάνεται; Μια νοσταλγική προσέγγιση; Μάλλον η συμφιλίωση του παρελθόντος με το παρόν,
λίγο πριν ξεκινήσει η μέρα μου μέσα στο χωριό. |
|
|
Ο Ούγκο Πράττ, στο Βενετσιάνικο Παραμύθι του Κόρτο Μαλτέζε γράφει τα
εξής: «Tρία μέρη κρυφά και μαγεμένα βρίσκονται πίσω από τρεις κρυμμένες πόρτες στην Βενετία. Οι πόρτες αυτές δεν φαίνονται εύκολα, και
βρίσκονται στο βάθος κάθε μιας από αυτές τις τρεις αυλές. Αν τις ανοίξεις, μπορείς να φύγεις σε τόπους πανέμορφους και διηγήσεις, άλλες,
μαγευτικές».
Στο χωριό υπάρχουν τρεις σφραγισμένες πόρτες. Αυτός που θα τις ανοίξει, θα βρεθεί σε εντυπωσιακούς διαδρόμους που οδηγούν προς τα κάτω στην
αρχή και πολύ μακριά στη συνέχεια. Διάδρομοι που οδηγούν σε τόπους μαγικούς, σημαδεμένους με άγνωστες λέξεις και εξωτικές μελωδίες, κόσμους
ιερούς, χρωματισμένους με χρώματα και ήχους από το χωριό του χθες... |
|
|
| Κάθε μέρα περιμένω κι από κάτι. Χθες να μου περάσει ο πόνος. Προχθές, να με πάρει
τηλέφωνο. Τις προάλλες να 'ρθει η νύχτα. Κάθε μέρα περιμένω –εκτός από σήμερα! Κατεβαίνω στο πηγάδι και βρέχω τα χέρια μου μέχρι να έρθουν
οι πρώτοι τουρίστες. |
|
|
| Μεσημέρι Πέμπτης με βρίσκει η βροχή στα χωράφια. Μόλις δοκιμάζω να πιω λίγες
σταγόνες, σταματάει απότομα. Το καλοκαίρι δεν την αφήνει! |
|
|
| Μια βόλτα (με τον θείο) στο Αγάπη. Στον Άγιο Αντώνιο βλέπω το γιν και γιανγκ, τους δύο αντίθετους και συμπληρωματικούς πόλους: από την μια μεριά το πιο ταπεινό καντήλι· από την άλλη, το πιο φορτωμένο και αλμαδοβαρικό Βήμα σ' ολόκληρο το νησί. |
|
|
| Περπατάω στις Σαββαγιάνες. Νομίζω ότι βρίσκομαι στο Φαρ Ουέστ, αλλά δεν ανησυχώ.
Γίνομαι σκληρό καρύδι αν το θελήσω –το ξέρεις... |
|
|
| Ο νάνος της Αμελί βρίσκεται στην Ελβετία. Ο νάνος της Ζέτας περνάει τις
διακοπές του στο χωριό. Μην βιάζεσαι! θα τα πούνε τον χειμώνα. |
|
|
| Η εντολή είναι γνωστή: «σταματήστε να πετάτε στα σύννεφα». Για άλλη μια φορά δείχνω απρόσεχτος... Νωρίς το μεσημέρι πάω να δω την ξαναφτιαγμένη σκάλα στο ξωκλήσι της Καλαμάν. Τα σύννεφα είναι τόσο κοντά στο έδαφος που ξαπλώνω –κυριολεκτικά την τελευταία στιγμή– για να μην με πάρουν κατά λάθος, και ποιος ξέρει που θα μ' αφήσουν... |
|
|
| Έχω μάθει όλες τις συνήθειές τους και όλες τις κινήσεις τους απ' έξω! Από
παράδοση, το μεσημέρι θα περάσουνε (4-5 φορές) από την Μαρίνα, στον Φαλατάδο. Ένας ελληνικός και λίγο γλυκό του κουταλιού (σταφύλι) μετά
το φαγητό, ξεκαθαρίζουν τις αποφάσεις για τα βραδυνά πρότζεκτ... Τολμώ μια μικρή πρόταση σε όσους δεν τους καλύψει το γλυκό της Μαρίνας:
στην Μέση για γλυκά του ταψιού ή στον Σκαλάδο για παγωτό! |
|
|
Λίγο πριν γυρίσουμε στο χωριό, περνάμε από την Ιερά Καρδία στο Ξώμπουργκο, για
να δούμε το μαρμάρινο καντήλι που γράφει το όνομα του χωριού μας. Μέσα στον ναό ακούγεται (ορχηστρικά) το Stairway to heaven!
«...Theres a feeling I get / When I look to the west / And my spirit is crying for leaving»
(Υπάρχει ένα αίσθημα που παίρνω / Όταν κοιτάζω προς στη δύση / Και το πνεύμα μου φωνάζει για αναχώρηση). |
|
|
| Ήρεμα, ησύχασε. Η ιστορία έχει ως εξής: Η Εκκλησία έκανε το πρώτο –και
μεγαλύτερο– βήμα. Παραχώρησε το "χωράφι του Νικολή" στον Σύλλογο για να γίνει χώρος ποδοσφαίρου για τα παιδιά. Πατάω τη χλόη, κυλιέμαι
στα χόρτα, κρύβομαι στα βράχια, οργώνω με τα δάχτυλα το χώμα, βλέπω από τα βράχια το απέναντι βουνό, λες και την επόμενη μέρα θα παίζουν
τα παιδιά 5x5... |
|
|
| Απόγευμα. Οι κυρίες φροντίζουν την εκκλησία. Η Λουϊζα στολίζει πανέμορφα την
εκκλησία, η Άννα φροντίζει την αυλή, η Τερέζα συμμαζεύει την Καλαμάν, η Σοφία ποτίζει τα λουλούδια. Εγώ σκέφτομαι την Αγνή, που μου κρύβει
κάποιους μπεζέδες για να μου τους δώσει αργότερα! |
|
|
| Πολλά αντικείμενα έχουν δύο (ή και παραπάνω) χρήσεις. Η κολώνα της ΔΕΗ απέναντι από την εκκλησία, εκτός από τον φωτισμό του χώρου, αποτελεί τον «επίσημο» χώρο για κάθε είδους ανακοινώσεις: από αποφάσεις του Δήμου και αγγελτηρία μνημοσύνων μέχρι αφίσες παραστάσεων και ενημερωτικά της Εκκλησίας. (Όταν μένουν μόνο πινέζες και συνδετήρες καταλαβαίνεις ότι το καλοκαίρι τελειώνει). Όπως τα σημεία του σώματός μας που δεν τα βλέπει ο ήλιος, μένουν ωχρά και άσπρα, έτσι και η κολώνα αυτή: στο σημείο που καρφώνουν τις αφίσες μοιάζει λευκή και ανώδυνη... |
|
|
| Μην προτρέχεις. Θα τα μάθεις όλα στην ώρα τους κι αν μ' αφήσεις, πρώτα, να
πάρω μιαν ανάσα. Στο χωριό, το βράδυ δεν μπορεί να έρθει αν δεν επιστρέψει ο Μάρκος από τα ζώα (γι' αυτό και αν αργήσει, όλο και κάποιος
θα πάει να τον ψάξει). Και όταν, σιγά-σιγά, φτάνει το Μαρκάκι στο χωριό, κάθεται και ξεκουράζεται στον βράχο του Απλώματος. Εκείνη την
στιγμή –ακριβώς εκείνη την στιγμή– μπορείς να δεις τον ήλιο και το φεγγάρι μαζί στον ουρανό. Το βράδυ δεν μπορεί να πέσει στο χωριό, και
ο Μάρκος το ξέρει καλά. Λέει κάποια ακατάληπτα λόγια και κρύβει τον ήλιο στο κίτρινο καρίκι του. Η νύχτα εμφανίζεται και ο Μάρκος
κατευθύνεται αργά και σταθερά στο σπίτι του... |
|
|
| Αυτό το καλοκαίρι έγιναν πολλές και όμορφες παραστάσεις. Ίσως η κορυφαία ήταν
η μουσική βραδιά με τους Encardia (Εν Καρδία) και την Anna Sinzia Villani. Γοητευτικές ταραντέλες, ρυθμοί της Σαλεντινής γης, ερωτικοί
ύμνοι και ελληνόφωνα τραγούδια από ένα γκρουπ που βγάζει από μέσα του ήχους και τους ρυθμούς ενός κόσμου οικείου σε όλους μας. Μια παράσταση
γεμάτη μουσικές και χορούς που βρέχονται από την Μεσόγειο, φλέγονται από τον καυτό της ήλιο και σβήνουν στο Αυγουστιάτικο φεγγάρι πάνω από
το χωριό. |
|
|
«Κλέβουμε» την ιδέα από την λογοτεχνική εκδήλωση, και φωτίζουμε τον μεγάλο βράχο. Το mac παίζει το "Heartbeats" του José González και ο Νίκος φέρνει ουίσκι και φυστίκια. Η ζωντάνια του Παύλου και το χαμόγελο της Μαργαρίτας "ξυπνάνε" και όλη την υπόλοιπη παρέα. Από αυτήν ακριβώς τη στιγμή, εμφανίζονται περίεργοι ναυτικοί με ένα χέρι, γυναίκες-νάνοι που βρίσκουν στο σπίτι τους ροκανίδια από ξύλο, σκοτεινοί τύποι που αφού βγουν από το ασανσέρ αυτοκτονούν! Περίεργες και απρόβλεπτες ιστορίες που πρέπει η ομάδα να βρεί την λύση τους:
–Μήπως την σκότωσε για να πάρει την κληρονομιά;
–Κατά μία έννοια, ναι... |
|
|
| Το βράδυ του Δεκαπενταύγουστου στο χωριό υπάρχει μια μεγάλη φασαρία! Αισθάνομαι ότι είναι η Πενταήμερη των μεγάλων: γέλια στα δρομάκια, ευχές και φιλιά παντού, χοροί και τραγούδια στις αυλές, γλέντια τρικούβερτα! Ο Ρόκκος και ο Κάρολος είναι γεμάτοι από περιηγητές και φίλους. Παντού μυρίζεις την χαρακτηριστική μυρωδιά του κρέατος –που μου θυμίζει νυχτερινές σπονδές με φίλους– και που καταλήγει σε αμέτρητα ποτήρια με ρακί και μπύρες. Αυτές οι ημέρες αποτελούν το τέλος του καλοκαιριού και πρέπει όλοι να διασκεδάσουν με την ψυχή τους... Γυρίζοντας στα σοκάκια του χωριού, αισθάνομαι ότι στην νύχτα υπάρχει περισσότερο χρώμα απ' ότι στην ημέρα. Προσπαθώ να το φυλάξω με την φωτογραφική μου μηχανή. |
|
|
Μια κλασική ερώτηση που κάνουν οι δασκάλες στο σχολείο είναι το «τι θες να γίνεις όταν μεγαλώσεις;». Θυμάμαι έναν συμμαθητή μου –πως να τον ξεχάσεις– που στο συγκεκριμένο ερώτημα απάντησε: «τροχιστής σπαθιών»! Δεν πίστευα στ' αφτιά μου. Ήταν τόσο απρόσμενο που κανείς δεν γέλασε και όλοι κοιταχτήκαμε μεταξύ μας. Αυτομάτως, γυρνάει ο διπλανός μου και μου λέει: «πρέπει να του μιλήσουμε στο διάλειμμα!» Του λέω «γιατί; πως σου ήρθε;». Σκύβει και μου λέει στ' αφτί: «Γιατί εγώ θέλω να φτιάχνω σπαθιά όταν μεγαλώσω»!
Μερικές φορές τα όνειρα συμπληρώνονται με ανθρώπους που δεν γνωρίζεις, με ανθρώπους που δεν φαντάζεσαι. Η κορύφωση στο κυνήγι του θησαυρού –η αρχή των ονείρων– γίνεται με την πυρά. Η φωτιά στη μέση· μια παρέα γύρω-γύρω· όλοι εκεί: ο Βαγγέλης, ο Πέτρος, ο Γιάννης, η Κλαούντια, η Ελευθερία, ο Παύλος, η Αγνή, η Μαργαρίτα, ο Κοσμάς, ο Μίμης, η Ναταλία... Δακρύζω που τους βλέπω έτσι χαρούμενους, όλους εκεί γύρω. Κάνω πως φταίει ο καπνός. Ο καπνός που πάει ψηλά και μετά σκορπίζει και χάνεται... |
|
|
Έχω χιλιάδες λέξεις που θέλω να σου πω. Θέλεις να μ' ακούσεις; Η ώρα έχει περάσει. Αργά το βράδυ φεύγουν τα αυτοκίνητα σιωπηλά. Σηκώνω το κεφάλι να τα δω ν' ανηφορίζουν. Αντί γι' αυτά, χορταίνω να βλέπω αστέρια. Αναρωτιέμαι που μπορεί να βρίσκεται το σημείο εκείνο από όπου ξεπηδούν οι γαλαξίες. Που βρίσκεται η πηγή που μοιράζει κόσμους και πλανήτες... Στην στροφή πριν το Μπορό; Πάνω από το Άπλωμα; Στην τελευταία σειρά του θεάτρου; Ξεχνάω ότι η απάντηση μού είναι γνωστή: στο μικρό κίτρινο δοχείο που κουβαλάει ο Μάρκος...
Σε λίγο τα φώτα θα σβήσουν· ξημερώνει. |
|
 |
 |
Το πρώτο ταξίδι του νάνου... |
Ας αποκαλύψουμε στον κόσμο την αλήθεια: Οι νάνοι είναι ζωντανοί –όπως εγώ και σεις– και παρά τα όσα λέγονται, τους αρέσουν τα ταξίδια. Το χωριό μας επισκέφτηκαν για πρώτη φορά στα τέλη της δεκαετίας του '60! Δείτε τις αποκλειστικές φωτογραφίες σε παγκόσμια πρώτη! |
|
 |
Λένε πως οι νάνοι των κήπων –αγγλιστί: garden gnomes– είναι μυθικά πλάσματα που χαρακτηρίζονται από το ιδιαίτερα
μικρό μέγεθός τους και τον κρυφό τρόπο ζωή τους. Τελευταία, όλοι αυτοί οι νάνοι των κήπων –αγαλμάτινοι για τους αδαείς– έχουν γίνει στόχος των
φαρσέρ. Είναι περίφημη η φάρσα με τους νάνους που δραπετεύουν (γνωστή ως "gnoming") από τους κήπους των σπιτιών και ταξιδεύουν. Πολλοί κλέβουν
τον αγαπημένο τους νάνο από κάποιον κήπο, τον παίρνουν στο ταξίδι τους, σε διάφορα σημεία του πλανήτη, και στέλνουν την φωτογραφία του –σε
μορφή καρτ ποστάλ– στον πραγματικό ιδιοκτήτη! Σίγουρα θα το έχετε δει στην γαλλική ταινία «Αμελί», όπου η Αμελί έστειλε τον νάνο του πατέρα
της για να τον ταρακουνήσει, μέσω μιας φίλης της αεροσυνοδού, να ταξιδέψει παντού σε όλο τον κόσμο.
Διάφορα κινήματα απελευθέρωσης των νάνων, με σκοπό την επιστροφή τους στη άγρια φύση, δραστηριοποιούνται αυτή τη στιγμή στην Γαλλία, την
Γερμανία και σε άλλες χώρες. Το 2008 συνελήφθη στην περιοχή Saint-Germain-du-Corbéis (Orne) ένας Γάλλος, με την κατηγορία ότι έκλεψε
71 νάνους κήπων και 2... Χιονάτες από μία κυρία! Στην ευρύτερη περιοχή Orne, ήδη από τον Ιούνιο του 1996, έχει δημιουργηθεί το μεγαλύτερο
απελευθερωτικό κίνημα νάνων από τους φοιτητές της περιοχής (το γνωστό FLNJ = Front de Libération des Nains de Jardin) που απαριθμεί
1.700 ενεργά μέλη και άλλα 7.800 μη ενεργά! Στην Ελλάδα υπάρχει ένας ικανός αριθμός ανθρώπων που φιλοξενούν νάνους στον κήπο τους.
Όμως, όσο και αν κάνει εντύπωση στους πολλούς, οι νάνοι των κήπων δεν είναι αγάλματα! Είναι ζωντανοί! Έφτασε η ώρα να το πούμε και να το
φωνάξουμε και από αυτήν εδώ την ιστοσελίδα: οι νάνοι των κήπων υ-πάρ-χουν και ζουν ανάμεσά μας! Γνωρίζουμε όλους αυτούς τους δύσπιστους που
πιστεύουν μόνο σε ό,τι βλέπουν. Όλοι αυτοί που νομίζουν ότι και ο Άγιος Βασίλης δεν υπάρχει –αν είναι δυνατόν– επειδή, ζουν σε διαμερίσματα
που δεν έχουν καμινάδα. Όλοι αυτοί που βιάζονται να προσγειώσουν το βλαστάρι τους στην δική τους σκληρή πραγματικότητα, αποκρύπτοντας την
–περίεργη, το δέχομαι– αλήθεια!
Πριν από κάποιες εβδομάδες, ζήτησα από την Ζέτα –γνωστή για τα φιλο-νανικά της αισθήματα– να φιλοξενήσω κάποιον από αυτούς, για την περίοδο
του καλοκαιριού, στο χωριό. Δεν ήξερα αν θα δεχτεί. Δεν είναι εύκολο πράγμα να επιτρέπεις στους νάνους σου να κάνουν διακοπές μακριά από
σένα... Ευτυχώς, όμως, εκτός από ευγενική ήταν και δεκτική! Μόλις μου απάντησε θετικά, αναρωτιόμουν από μέσα μου, ποιον από όλους θα μου
παραχωρούσε: τον Ολλανδό που έσπασε το σκουφί του στην χιονοθύελλα του Ιανουαρίου; τον εκ Γαλλίας ορμώμενο με τα μυτερά αφτιά; κάποιον άλλον
που δεν γνώριζα;
Να ξεκαθαρίσω: για τις διακοπές του νάνου στο χωριό (διανθισμένες με φωτογραφίες από Polaroid) θα σας μιλήσω σε επόμενο άρθρο. Αυτό που με
παραξένεψε εδώ, και μου έκανε ιδιαίτερη εντύπωση, είναι ότι ο συγκεκριμένος νάνος είχε ξανάρθει στην Τήνο στα τέλη της δεκαετίας του '60!
Αρκετά, δηλαδή, χρόνια πριν πατήσω το δικό μου πόδι στην Βωλάξ! Ο ίδιος μου εκμυστηρεύτηκε το γεγονός αυτό: «Κανονικά, κατάγομαι από
τον λεγόμενο Αρκτικό Κύκλο. Εκεί, μια φορά το χρόνο –στο Θερινό Ηλιοστάσιο– ο ήλιος διατηρείται πάνω από τον ορίζοντα για τουλάχιστον 24
συνεχόμενες ώρες. Είναι ένα περίεργο φαινόμενο που οφείλεται στην κλίση του άξονα της γης σε σχέση με το επίπεδο περιστροφής της γύρω από
τον Ήλιο. Δεν θα σου πω περισσότερα –συγγνώμη κιόλας– γιατί δεν θα καταλάβεις. Η διάρκειά του εξαρτάται από το γεωγραφικό πλάτος, από το
οποίο το παρατηρούμε. Όσο πιο κοντά είναι κάποιος στους δύο πόλους, τόσο περισσότερο διαρκεί. Για παράδειγμα, ο ήλιος φωτίζει διαρκώς επί
6 μήνες στους πόλους (!), ενώ στο βόρειο άκρο της Φινλανδίας περιορίζεται σε... μόνο 73 ημέρες.

»Τέλος πάντων, αυτό το φαινόμενο λέγεται "μεταμεσονύκτιος ήλιος". Το αντίθετο φαινόμενο ονομάζεται "πολική νύχτα" και παρατηρείται στις
ίδιες περιοχές τον χειμώνα. Η διάρκειά του είναι η ίδια –π.χ. εάν σε ένα μέρος η έχουμε ήλιο επί 40 ημέρες το καλοκαίρι, θα έχουμε και νύχτα
επί 40 ημέρες το χειμώνα... Όλα αυτά φαίνονται εντυπωσιακά για σας τους ανθρώπους, αλλά για εμάς είναι τόσο βαρετά... Το φαντάζεσαι να έχεις
40 μέρες συνεχώς σκοτάδι ή συνεχώς ήλιο; Μπερδεύεσαι αν πρέπει να κοιμηθείς ή πρέπει να ξυπνήσεις...»

»Την εποχή που εσείς οι άνθρωποι, πριν ακόμη γνωρίσετε την γη, προσπαθούσατε να φτάσετε στο φεγγάρι, εγώ, ήδη, είχα ξεκινήσει να ταξιδεύω
σε όλο τον πλανήτη, σε μέρη που δεν είχε φτάσει ανθρώπου πόδι. Εκείνα τα χρόνια, όμως, είπα να το ρίξω λίγο έξω: βαρέθηκα να ταξιδεύω τόσο
μακριά και ξεκίνησα για την Μύκονο, που τόσα είχα ακούσει. Με πείραξε, όμως, η θάλασσα–συγγνώμη κιόλας– κι έτσι σταμάτησα στο νησί σας. Και
επειδή είμαι από τους πιο κοινωνικούς νάνους, όπως θα έχεις καταλάβει, έφτασα σε διάφορες παραλίες του νησιού, με ωτοστόπ».


»Κάποια στιγμή, που λες, τράβηξα για την ενδοχώρα και έφτασα στο χωριό αυτό. Δεν είχα ξαναδεί τέτοιο τοπίο όπου και αν είχα ταξιδέψει! Θα σου δείξω, μάλιστα, κάποιες φωτογραφίες, που έχω μαζί μου, από εκείνα τα χρόνια τις δεκαετίας του '60 [σσ. αυτές που βλέπετε και εσείς]. Τις πήρα μαζί μου μήπως με βοηθήσουν να ξαναβρώ το μέρος· εκείνη την εποχή δεν υπήρχε στον χάρτη... Μην κοιτάς αυτήν από κάτω:
έκανα λάθος και πάτησα το κουμπί, ενώ κρατούσα ανάποδα την μηχανή».

«Σήμερα τι κάνεις;» τον ρώτησα με ενδιαφέρον. «Εδώ και πολύ καιρό»,μου απάντησε, «είμαι μαζί με μια μεγάλη παρέα νάνων που ζούμε ευτυχισμένοι στο σπίτι της Ζέτας. Κάνουμε δουλειές στον κήπο, φροντίζουμε τα δέντρα και τα φυτά, της κάνουμε παρέα. Μόλις η Ζέτα μάς ανέφερε για τις διακοπές της Τήνου, την παρακάλεσα να έρθω εγώ στην θέση κάποιου άλλου, γιατί ήξερα το χωριό και το είχα νοσταλγήσει. Εξάλλου, όπως σου είχα πει, την άλλη φορά ήρθα για να κάνω κανένα μπανάκι. Φέτος, είπα να μείνω λίγο παραπάνω, να γνωρίσω καλύτερα το χωριό και να βρω κάποιον δικό μου να κάνουμε παρέα. Είστε τόσο χαζοί –συγγνώμη κιόλας– αλλά δεν ξέρετε ότι η περιοχή σας είναι ένας μικρόκοσμος γεμάτος ξωτικά, αερικά, νεράιδες, καλικάντζαρους και τελώνια... Υπάρχει και μια κοινότητα νάνων (μακρινά ξαδέρφια) που ζουν σε μια απομακρυσμένη από το χωριό περιοχή, με τον οικισμό τους μέσα στις τρύπες των βράχων!».

Άστραψαν τα μάτια μου.«Θα 'θελες να ξανάρθεις;»ρώτησα δειλά-δειλά.«Σίγουρα! κάποια στιγμή στο μέλλον. Να πάω και στην Μύκονο μετά, γιατί μου έμεινε απωθημένο...». Τον κοιτάω αυστηρά και του λέω: «Αν είναι να πας μετά στην Μύκονο, καλύτερα να μην ξανάρθεις στο
χωριό –συγγνώμη κιόλας!».
σσ. Φωτογραφίες, από την πρόσφατη επίσκεψη του νάνου στην Βωλάξ, δείτε στην σελίδα «Μύθοι».
|
 |
Mara's Volax |
Μέσα στις εκατοντάδες φωτογραφίες της γνωστής φωτογράφου μόδας Μάρα Δεσύπρη, που ξεκίνησε ως μοντέλο, είναι και μία εικόνα φωτογραφημένη στα μέρη μας (7.05.2011). |
|
Παρατηρήστε την φωτογραφία, αφήστε το βωλακίτικο μελτέμι να σας πάρει τα μαλλιά και μπείτε στο προσωπικό της ιστολόγιο για να νιώσετε το τρίπτυχο μόδα–φωτογραφία–τέχνη > maradesipris.typepad.com |
 |
«Όταν παίρνω φωτογραφίες, θεωρώ ότι κάτι ακόμη θα έπρεπε να προσθέσω. Ίσως κάποια γνωμικά... Πολλές φορές σκέφτομαι σημαντικές φράσεις που θα μπορούσαν να ταιριάξουν μ' αυτές. Άλλες, πάλι φορές, με αγγίζουν τόσο πολύ που φοβάμαι να προσθέσω κάτι. Που δεν χρειάζεται να πω τίποτα άλλο. Αυτές, ελπίζω ν' αγγίξουν και άλλη καρδιά εκτός από την δική μου...» –Λ.Ν. |
Με... Θηλυκή ματιά |
Με αυτό εδώ το άρθρο, θέλουμε να προβάλουμε το χωριό και το τοπίο του, φωτογραφημένο μέσα από τη γυναικεία ματιά, δεχόμενοι ότι οι γυναίκες έχουν κάποιες συναισθηματικές ευαισθησίες που οι άνδρες όχι μόνο δεν τις έχουν, αλλά ίσως, δεν μπορούν ούτε να τις κατανοήσουν. Ας αφεθούμε, λοιπόν, στην ευαισθησία μιας θηλυκής ματιάς...
|
 |
Η Ιωάννα
Η Ιωάννα Παπασταθοπούλου είναι μια γυναίκα του σήμερα: ευαίσθητη και δραστήρια, με ανησυχίες και δημιουργικότητα! Ο Μουντάδος –η έδρα της– γίνεται κάτι σαν το Ακρωτήριο Κανάβεραλ: μία βάση εκτοξεύσεως πυραύλων που ταξιδεύουν σε όλο το διάστημα, παντού στο σύμπαν! Βέβαια, στα ταξίδια της χρησιμοποιεί πιο απλά μέσα: το ταπεινό βάδισμα...
Υπάρχουν κάποιοι περιπατητικοί ταξιδιώτες... Στα ταξίδια δεν ακολουθούν συγκεκριμένο πρόγραμμα, δεν περπατάνε (απαραίτητα) από τα γνωστά περάσματα και δεν ακολουθούν κάποιο συγκεκριμένο δρομολόγιο. Αφήνονται να τους παρασύρει η ροή των πραγμάτων, το τοπίο, ο ήλιος και τα σύννεφα... Πιο συχνά, αφήνονται στον χρόνο. Ο μόνος στόχος με τον οποίο ξεκινάνε, είναι το τελικό μέρος που θέλουν να φτάσουν,
αλλά και αυτός ο στόχος είναι ρευστός...
Ταξιδεύουν όχι μόνο για να φύγουνε αλλά και για να επιστρέψουνε κάποτε... Δηλαδή, δεν είναι μόνο αυτό που ανακάλύψαν στον δρόμο, αλλά επαναδιαπραγματεύονται ακόμη και τη σχέση τους με το μέρος στο οποίο ανήκουν. Ταξιδεύουν όχι μόνο για να αντικρίσουνε νέα τοπία, αλλά και για να δούνε με μια νέα, «άλλη ματιά», αυτά που άφησαν πίσω όταν γυρίσουνε. Όταν αντικρίζουν κάποιον τόπο για πρώτη φορά, ή όταν ανακαλύπτουν ένα μέρος –γιατί κάποιοι τόποι, όσες φορές και αν πάει κανείς σ' αυτούς, πάντα έχουν κάτι να μας αποκαλύψουν– υπάρχει εκτός από τη λάμψη του ίδιου του τόπου και η δική τους λάμψη. Και αυτή η λάμψη φαίνεται σε αυτές τις φωτογραφίες.
Οι ελάχιστες φωτογραφίες της Ιωάννας, που θα δείτε εδώ, «κινούνται» και στον τόπο –τέσσερις είναι από το μονοπάτι που ξεκινάει από τον Φαλατάδο, μέχρι κάτω, χαμηλά στο Αγάπη – και τον χρόνο –οι άλλες τρεις είναι όταν η Άνοιξη αγγίζει το χωριό μας. Απολαύστε τις!
|
 |
|
|
|
|
Η Ιωάννα μας γράφει: «Το χωριό Βωλάξ βρίσκεται στη μέση μιας μαγευτικής περιοχής κηρυγμένης ως ιδιαίτερου φυσικού κάλους. Το σημαντικό για μένα όμως είναι ότι βρίσκεται στη μέση της αγαπημένης μου πεζοπορικής διαδρομής, του μονοπατιού που ξεκινάει από τον Φαλατάδο και καταλήγει
στο χωριό Αγάπη. Με αφορμή τα περπατήματα αυτά γνώρισα το χωριό, συνάντησα ανθρώπους ιδιαίτερους, ανακάλυψα λουλούδια σπάνια, φαντάστηκα όντα απόκοσμα στους σχηματισμούς του γρανίτη... Συνιστώ σε όλους να ακολουθήσουν τα σημάδια του μονοπατιού αυτού σε ένα ταξίδι «βουτιά» στον χρόνο και την εξωπραγματική ομορφιά του τοπίου που περιβάλει τη Βωλάξ». |
 |
|
|
|
 |
 |
Η Anne-Marie
Η Anne-Marie φωτογράφησε το 2008 (με παραδοσιακή, μη ψηφιακή μηχανή) τα κοντινά βράχια του χωριού. Σας παρουσιάζουμε κάποια από αυτά, μαζί
με τις γαλλικές λεζάντες που υπήρχαν από πίσω.
|
 |
|
| Une douce colombe en granit. | Une bergerie dans le granit et le dragon qui veille à la porte. |
|
|
| La vague de pierre. | Une hirondelle en granit. |
|
|
| Genêts sur le dos du rocher. (Travail de la nature) |
|
|
| Aire ancestrale en granit monolithique |
|
|
| Les chèvres se sentent chez elles. |
|
|
| Puissance et rondeur du roc, immobile depuis14 millions d’ années. |
|
 |
 |
Η Κατερίνα |
|
|
|
Η Κατερίνα Φωσκόλου είναι μια νέα και ταλαντούχα φωτογράφος από την Τήνο. Είναι ένας ενδιαφέρον και ευαίσθητος άνθρωπος που με
τον φακό της έχει αποτυπώσει πολλές από τις γωνιές και τους ανθρώπους του χωριού μας.
Αξίζει να επισκευτείτε την ιστοσελίδα της.
Ταξιδέψτε, όχι μόνο με το χωριό μας, αλλά και με την υπόλοιπη δουλειά της. Μικρή νεράιδα, ρίχνε μας αστερόσκονη από ψηλά μήπως ο κόσμος
γίνει πιο φωτεινός!
|
 |
|
| Some people live in big houses | Never retire |
|
 |
 |
Η Έλενα |
Η Έλενα είναι βραβευμένη φωτογράφος σπάνιων ζώων και πρόσφατα μας έστειλε μερικές σουρεαλιστικές φωτογραφίες από τον ζωολογικό κήπο του μυαλού της που δεν είναι άλλος από το χωριό μας...
«Αυτό που θέλω να καταγράψω είναι οι συμπεριφορές των ζώων, οι σπάνιες στιγμές τους, οι ανησυχίες τους... Εικόνες διάσωσης, αγώνων για τροφή, μητρικών ενστίκτων και δραματικών μαχών –συχνά με τραγική κατάληξη. Αυτό είναι που με εξιτάρει περισσότερο. Βέβαια, επειδή ολοένα και τα ζώα σπανίζουν και οι συνθήκες φωτογράφησης είναι πολύ δύσκολες, παίρνω πρώτα τις εικόνες το τοπίου που με ενδιαφέρει, και μετά προσθέτω εγώ τα ζώα από πάνω...»
|
|
| Πτεροδάκτυλος: Τι το 'θελα και τον δάνεισα τόσα λεφτά τον ελέφαντα! Θα τον βρώ, όμως, και θα δει τι έχει να πάθει! |
|
|
| Αγριογούρουνο: Δεν μας έφτανε το παρδαλό κατσίκι, έχουμε και τον απατημένο σκαντζόχοιρο τώρα! Τι άλλο θα ζήσω Θεέ μου... |
|
|
| Δεινόσαυρος: Συγγνώμη, μήπως έχετε ώρα; Έχω αρχίσει να πεινάω και μου κάνει εντύπωση... |
|
 |
 |
Φωτογραφική ιστορία |
|
 |
«Στα σπίτια δεν θα βρεις κορνιζαρισμένα πτυχία, επαίνους, πορτρέτα, χρυσούς δίσκους και μεγαλόσταυρους. Στη σάλα τους θα δεις να κρέμονται φωτογραφίες απλές και ο παλιός ξεθωριασμένος καθρέφτης, κι αυτός με την σειρά του φωτογραφίες κρατάει στην ξύλινη κορνίζα του. Φωτογραφίες από γάμους, βαφτίσια, στρατιωτικές θητείες, πανηγύρια, γλέντια τρικούβερτα. Φωτογραφίες με τους μετανάστες του σπιτιού να τους παίρνουν μακριά τα υπερωκεάνια. Φωτογραφίες σταλμένες από το Σίδνεϋ, το Σικάγο, το Μόντρεαλ.
»Καθισμένοι οκλαδόν πάνω στο πάτωμα μιλούσαμε ώρες ατελείωτες με τις φωτογραφίες, μπαίναμε στα υπερωκεάνια, ταξιδεύαμε στις πέντε
θάλασσες, γυρνούσαμε σε άγνωστους, μακρινούς τόπους με μαγικά ονόματα, περνούσαμε τεράστιεςγέφυρες, τρέχαμε σε αυτοκινητόδρομους,
αρραβωνιαζόμασταν, παντρευόμασταν, χωρίζαμε».
Aύγουστος 2011: Επιτρέψτε μας να σκανάρουμε τις παλιές φωτογραφίες του χωριού. Όσοι θέλετε να μας βοηθήσετε, δείτε την αφίσα μας εδώ!
|
Φωτογραφίζοντας τα γλυπτά της φύσης |
|
|
 |
Ο Αντώνης Νικολόπουλος ασχολήθηκε το 2002 με το ιδιαίτερο τοπίο της Βωλάξ. Η έκθεση με τις 16 φωτογραφίες που έγινε στις αίθουσες της Ελληνικής Εταιρείας, κάτω από την Ακρόπολη, με τίτλο «Βωλάξ: Τα γλυπτά της φύσης στην Τήνο» (εγκαίνια: 27.09, διάρκεια ως 10.10.1002, 11:00-21:00) έκανε ευρύτερα γνωστό το γρανιτικό πεδίο της περιοχής πέρα από τα στενά όρια του νησιού.
Το λεύκωμα που συνόδευσε αυτή την έκθεση (και άλλη μία παράλληλη του καλλιτέχνη) συζητήθηκε πολύ. Ο ίδιος επισκεπτόταν το επιβλητικό τοπίο της Τήνου πέντε συνεχείς μήνες. Χρησιμοποιώντας ευρυγώνιο φακό και γενικώς λιτό εξοπλισμό, ώστε να είναι ευέλικτος, χρειάστηκε να αναρριχηθεί πολλές φορές σε απόκρημνους βράχους, για να επιτύχει το επιθυμητό αποτέλεσμα. Οι γρανιτένιοι βράχοι μπορεί να φτάσουν τα δέκα μέτρα ύψος και μεσολαβούν για την ένωση ουρανού και γης...
Στην εφημερίδα Μεσημβρινή (26.09.2002) ο φωτογράφος μας λέει: «Όταν πρωτοαντίκρισα το τοπίο ένιωσα δέος. Ο χώρος αυτός έχει δύναμη και ιδιαίτερη ενέργεια. Θεωρητικά είναι πολύ απλή υπόθεση να φωτογραφίσεις όγκους, σχήματα, βράχους, καθώς το θέμα προσφέρεται. Στην αρχή όμως ένιωσα σαν ξένος, σαν να εισβάλλω σε έναν ξένο τόπο για να "κλέψω" πέντε εικόνες και να φύγω» λέει χαρακτηριστικά ο Αντώνης Νικολόπουλος, κάνοντας μια ενδιαφέρουσα συσχέτιση: «Η φωτογράφιση τόσο ιδιαίτερων τοπίων μοιάζει με τη φωτογράφιση άγριων ζώων: δεν μπορείς να πας σε μια αγέλη λύκων και να τους φωτογραφίσεις αμέσως, δεν γίνεται. Πρέπει πρώτα να εξοικειωθείς μαζί τους.
»Η πρώτη μου επαφή με τον χώρο έγινε στα τέλη του περασμένου Ιανουαρίου (σσ. 2002). Στάθηκα πολύ τυχερός, καθώς μετά την έντονη κακοκαιρία συνάντησα ένα τοπίο με το καλύτερο δυνατό φως και με υπέροχη βλάστηση».
|
 |
 |
|
 |
Ζωή μέσα στις πέτρες |
Μια επίσκεψη σε ένα παλιό ερειπωμένο χωριό, είναι κάτι περισσότερο από μια απλή βόλτα αναψυχής. Είναι ένα καλό μάθημα αυτογνωσίας. Είναι μια πράξη που βοηθάει τον επισκέπτη να συνειδητοποιήσει ορισμένα εξαιρετικής αξίας δεδομένα, όπως είναι για παράδειγμα η μνήμη.
|
 |
Πάντα αναροτιώμουν: Τι έχει ένα παλιό, έρημο, εγκαταλειμμένο και ολοκληρωτικά γκρεμισμένο χωριό, πέρα από σωρούς από πέτρες; Τι περισσότερο μπορεί να είναι, πέρα από αυτό που φαίνεται –σωροί από πέτρες; Με τη δύναμη της φθοράς του χρόνου τα πέτρινα σπίτια σωριάστηκαν και έγιναν πέτρινοι λόφοι· οι ξύλινες πόρτες κρέμασαν και τα τζάμια από τα φθαρμένα παράθυρα έσπασαν από την εγκατάλειψη και τον γερό αέρα.
Οι άνθρωποι εκείνης της εποχής, μέσα από την ίδια διαδικασία, επέστρεψαν στη γη (το χώμα που δανείστηκαν για να πλαστεί η σάρκα τους) και ελάχιστοι έχουν μείνει για να μας τους θυμίζουν. Το μόνο που μπορεί να ξεπεράσει την φθοροποιό δύναμη του χρόνου, είναι η μνήμη. Η ανάμνηση των γεγονότων, η μνήμη γι' αυτούς που έφυγαν.
Κάποτε αυτό το χωριό που βλέπεις μπροστά στα πόδια σου ήταν κάτι παραπάνω από δομημένες πέτρες, ήταν χώρος που μια χούφτα άνθρωποι έζησαν, πάλεψαν, πόνεσαν, αγάπησαν, προσευχήθηκαν και δημιούργησαν… Οι ανθρώπινες αναπνοές, οι φωνές και τα γέλια τους, γέμιζαν τον αέρα. Πάθη, έχθρες, φιλίες και οικογενειακές σχέσεις χώριζαν και έδεναν τους ανθρώπους. Μπροστά σε αυτή την εικόνα ματαιότητας έρχεται η μνήμη· ένα υφάδι, που μπλέκει το χθες με το σήμερα, το παλιό με το καινούργιο, το σημαντικό με το ασήμαντο. Η ιστορία, όμως, δεν έχει μόνο παρελθόν. Έχει και συνέχεια. Και πολλές φορές –όπως στην περίπτωση αυτού του χωριού– το μέλλον προοιωνίζεται καλύτερο, γεμάτο αποφάσεις και όνειρα. Γεμάτο ζωή.
Οι φωτογραφίες που ακολουθούν (και που είχαν χρησιμοποιηθεί σε μια έκθεση φωτογραφίας), δείχνουν την Μαίρη του Ζακ και τον Δημήτρη του Νάσου στην Βωλάξ του κοντινού παρελθόντος, στην Βωλάξ του Αυγούστου του 1988. Τότε που το χωριό έδειχνε μισογκρεμισμένο και ασήμαντο. Από τότε, όμως, έχουν περάσει 23 χρόνια... |
 |
|
|
|
|
|
 |
 |
Φωτογραφήστε με! |
|
 |
Ένας φίλος μας που είχε σπουδάσει φωτογραφία, είχε πει ότι «η Βωλάξ μπορεί να δείχνει σιωπηλή και ήρεμη αλλά, σου φωνάζει απαιτώντας να
την φωτογραφήσεις».
Το 1923, ο επικηρυγμένος ληστής Γκαντάρας –επονομαζόμενος και Μαύρος Λήσταρχος– σπρωγμένος από ποιος ξέρει ποια ματαιοδοξία, γλίστρησε κρυφά στο σπίτι ενός φωτογράφου από τον φεγγίτη της σκεπής. Φόρεσε τη φουστανέλα του και έφερε όλα του τα όπλα και τα ασημένια τσαπράζια του. Ο Μάνθος, ο φωτογράφος που διέμενε εκεί, τρόμαξε μόλις τον είδε, αλλά ο φοβερός Γκαντάρας τον ηρέμησε και του ζήτησε απλώς να τον φωτογραφίσει με την φορεσιά του. Η συνέχεια είναι γνωστή· έγινε δημοτικό ποίημα και τραγούδι.
Ο αναγνωρισμένος φωτογράφος-θεωρητικός Alexring μας δίνει το 2009, μια ημερολογιακή σειρά φωτογραφιών από την Τήνο. Η ομορφότερη: Το σπίτι του Γιόλαρου στο χωριό. (βλ. επάνω). Την ίδια χρονιά, ο Ισίδωρος Λεοντής (απόφοιτος του Ινστιτούτου Φωτογραφίας της Νέας Υόρκης και του Κολεγίου Κολούμπια στο Σικάγο) στο βιβλίο του LaTinos Soul (εκδ. Μίλητος) παρουσιάζει –μεταξύ άλλων– 36 φωτογραφίες από το χωριό
μας.
Το χωριό και τα βράχια είναι πάντα εκεί, και περιμένουν να εντυπωσιάσουν και να επιβληθούν στον επόμενο φωτογράφο που θα ταξιδέψει κοντά μας.
|
 |
|
|
|
Copyright © Leopold Dustal, 2010 - Web Design by Rania Tzouganatou
|