www.volax-tinos.gr
Ποιοι είμαστε

Τα πάντα για το χωριό!

εφημερίδες \ περιοδικά
βιβλία
τηλεόραση

Ζωγραφική

Φωτογραφία

Forget me not!

αναμνήσεις

Σύνδεσμοι

σερφάρισμα στο... νησί

Ήρθε η Άνοιξη

Λέω αλήθεια! Τη μύρισα απόψε που περπάταγα στα χωράφια γύρω από το χωριό. Ήρθε η Άνοιξη, το ξύπνημα από λήθαργο, το ξανάνιωμα της γης. Τεντώθηκα ν' αγγίξω τον καταγάλανο ουρανό. Γύρω μου η Άνοιξη ξεπετιόταν μέσα από τα δεκάδες αγριολούλουδα. Κίτρινα, ροζ, λευκά, μωβ. Παντού χρώματα! Χρώματα και μυρωδιές. Και μέσα σ' όλα αυτά, μια μικρή πεταλούδα.

Το google λέει ότι μια πεταλούδα ζει κατά μέσο όρο λιγότερο από μια εβδομάδα. Κάποιος μου είπε κάποτε ότι οι πεταλούδες ζούνε μια μέρα... Ξεκινάνε σαν σκουλήκια τρώγοντας φύλλα, λέει· το μεσημέρι κάθονται επάνω στα πολύχρωμα λουλούδια (και τα παραβγαίνουν σε ομορφιά) και μόλις πέφτει η νύχτα καταλήγουν άδοξα.

Ήταν ένα δροσερό βράδυ τέτοια εποχή, πίσω στα μέσα της δεκαετίας του '80. Βρισκόμουν στο παπαδικό του χωριού μαζί με τον Βάκη. Εκείνος ήταν πολύ ενθουσιασμένος. Έχω να σου πω κάτι σημαντικό, μου είπε. Δεν του έδωσα σημασία. Τόση ώρα πρόσεχα ένα μικρό έντομο που γύρναγε γύρω από την λάμπα της αίθουσας. Τον διέκοψα και του έδειξα μια μικρή πεταλουδίτσα που ήθελε να πλησιάσει πολύ κοντά στο φως.

Είναι σημαντικό αυτό που θέλω να σου πω, μου ξαναείπε και τα μάτια του φωτίστηκαν. Τον ξαναδιέκοψα. Η μικρή πεταλούδα είχε καεί γρήγορα και έπεσε στο τραπέζι. Έμενε ακίνητη, χωρίς ζωή, πάνω στο πολύχρωμο τραπεζομάντηλο. Του την έδειξα χωρίς να πω τίποτα. Ο Βάκης την φύσηξε και έπεσε απ' το τραπέζι στο πάτωμα. Λογικά, θα είπε ότι, επιτέλους, είχε να πει.

Πέρασαν τόσα χρόνια και όταν βλέπω πεταλούδα προσπαθώ να θυμηθώ τι ήταν αυτό-το-σημαντικό-πράγμα που είχε πει ο Βάκης. Τι σημασία έχει; Το μόνο που έρχεται στο μυαλό μου (συχνά) είναι αυτή η πεταλούδα που χτύπαγε το κεφάλι και τα φτερά της επάνω στη ζεστή λάμπα, μέχρι να πεθάνει.

Δεν θυμάμαι γιατί σας τα λέω αυτά. Κάτι σημαντικό ξεκίνησα να γράψω. Α ναι, για την Άνοιξη, την πρώτη εποχή του χρόνου, το «άνοιγμα» της φύσης, την αρχή της ζωής.

Leopold Dustal,21.04.2012

Μια άσπρη μέρα

H Λουκία –η απόλυτη δημοσιογράφος της ιστοσελίδας, στο χωριό– μας έστειλε υπέροχες φωτογραφίες από την κατάλευκη Βωλάξ –αρχίζω να ζηλέυω!– και μια μικρή και κατατοπιστική χειμωνιάτικη «ανταπόκριση» που μας γεμίζει εικόνες! Η ίδια αναρωτιέται αν θα επανέρθει αργότερα με νέο κείμενο που θα έχει τίτλο του «winter snow revisited!» Λέτε;

Μια του κλέφτη, δυο του κλέφτη, τρεις και... το χωριό μας ντύθηκε στα λευκά! Πέρυσι ήταν στις 9 Μαρτίου, φέτος δέκα μέρες νωρίτερα, και όλα τα έξω μέρη ντύθηκαν στα λευκά! Από τα ξημερώματα –εκεί γύρω στις 4:00– το χωριό μας ήταν χιονισμένο. Οπότε, λίγο πολύ το περιμέναμε στις 7:00, όταν σηκωθήκαμε για να ετοιμαστούμε για μία ακόμα μέρα δουλειάς. Τελικά, δεν πήγαμε γιατί είχε αρκετό χιόνι στο δρόμο και πολύ πάγο! Αποτέλεσμα: τζάκι και χουχούλιασμα στον καναπέ... Α! και φωτογραφίες φυσικά! Πέτρος, Λουκία και Άρης (ο σκυλάκος μας) ξεκινήσαμε τη βόλτα μας προς τον Άγιο Μάρκο, μέσα στα στενάκια του χωριού και μετά στο Άπλωμα.

Ιδού το χρονικό του πρωινού:
8:00 Ο Ρόκκος ταϊζει τα κατσικάκια και τα σκυλιά παίζουν από δίπλα.
9:00 Η Λουίζα και η Ελισάβετ ξεχιονίζουν τα πλακόστρωτα στενά του χωριού.
10:00 Αρχίζει να εμφανίζεται ο ήλιος –ωχ!
11:00 Οι χιονονιφάδες επιμένουν! Τα βουνά της Αετοφωλιάς είναι μέσα σε ένα λευκό σύννεφο –ωραία! Και έπεται συνέχεια!
12:00-14:00 Μικρή χιονόπτωση· δεν τα βλέπω καλά τα πράγματα...
Απόγευμα: Ψιλή βροχούλα έπιασε, το χιόνι μας το έλιωσε... Πότε άραγε θα ξαναρίξει χιόνι;

Φιλιά από όλους μας από το παγωμένο Βωλάξ!

Λουκία Σιγάλα,29.02.2012

Μια χειμωνιάτικη μέρα στο χωριό
(πριν από πολλά χρόνια)

Σε έναν τόπο όπου το χιόνι δεν είναι τόσο συχνό –θα έλεγα, μάλλον σπάνιο– έχουν κρατηθεί μέσα μου έντονες οι αναμνήσεις από εκείνα τα χρόνια· από τότε που ήμουν μικρό παιδί. Ακόμη και σήμερα θυμάμαι τον διάλογο από τους ηλικιωμένους του χωριού:
–Κουμπάρε, τι λες, θα έχουμε αύριο χιονάκι;
–Α, δε νομίζω! Τα τελευταία χρόνια δεν χιονίζει πια.
Πάνε εκείνα τα χρόνια που δεν μπορούσαμε να βγούμε από τα σπίτια μας.

–Μα ο καιρός δεν φαίνεται σίγουρος. Εγώ, θα σταβλίσω τα ζωντανά.
Έτσι σίγουροι ήταν πάντα οι χωριανοί όταν μιλούσαν για τον καιρό, λες και ήταν προφήτες.
–Α, κι' αν ρίξει, τι θα πάθουν;

Ο φετινός χειμώνας στο χωριό είναι κρύος και βαρύς. Ο ήλιος είναι πάντοτε «με δόντια». Πολλές βροχές και αέρας, σύννεφα βαριά και χιόνια. Σαν τότε, που στα παιδικά μου χρόνια στο χωριό, γύρω στο 1950–1952, έτρεχαν τα μεγαλύτερα παιδιά –πρωί-πρωί, ήτανε– και κολλούσαν με απορία την μύτη τους στα τζάμια κοιτάζοντας έξω το λευκό τοπίο, την αυλή και το δρόμο... Τότε που δίχως να ανοίξουνε την πόρτα έτρεχαν, μετά από λίγο, να ξυπνήσουν και τα πιο μικρά αδέλφια τους.

Ήδη ο πατέρας ήταν στην αυλή, αν αυτή ήταν υπερυψωμένη, για να την ξεχιονίσει και να προστατεύσει κάθε απρόβλεπτο ενδεχόμενο. Εκείνος ήξερε πως οι τράβες της «καταστέγας», κάτω από την αυλή, ήταν δεύτερης επιλογής και το βάρος του χιονιού θα μπορούσε να επιφέρει δυσάρεστες συνέπειες. Στη συνέχεια, έπρεπε να ξεχιονίσει ένα μικρό μονοπάτι για να μπορέσει να πάει μέχρι το δώμα του σπιτιού, το οποίο ήταν από πηλό, για να το καθαρίσει μέσα στο κρύο... 'Ενα μεγάλο φορτίο μπορούσε να δημιουργήσει πολλά προβλήματα στο σπίτι που ήταν φτιαγμένο για τον καλοκαιρινό ήλιο και τ' Αυγουστιάτικα μελτέμια. Τα σκαλοπάτια που ανέβαιναν στο δώμα τα απέφευγαν γιατί ήταν πολύ επικίνδυνα, αν και τις περισσότερες φορές ήταν η μόνη πρόσβαση σ' αυτό. Έτσι ξεκίναγε την μέρα του ο νοικοκύρης: έκανε ότι μπορούσε για να προστατεύσει τη φαμίλια του.

Σιγά-σιγά όλη η οικογένεια ήταν στο πόδι. Όλοι διαισθανόμαστε πως η ημέρα δεν θα είναι όπως οι προηγούμενες. Και ενώ σαν παιδιά παίζαμε και διασκεδάζαμε και πίναμε το πρωινό ρόφημα, ο πατέρας και η μητέρα φρόντιζαν να περάσει όσο πιο ανώδυνα γίνονταν αυτή η κατάλευκη μέρα.

Μετά από το καθάρισμα του δώματος, σειρά είχε το άνοιγμα ενός μικρού μονοπατιού στο κεντρικό δρόμο, γύρω από το σπίτι, που θα βοηθούσε την δυνατότητα επικοινωνίας μεταξύ των γειτόνων και των άλλων χωριανών. Μια από τις μεγαλύτερες έννοιες ήταν στο ποιοι θα καθάριζαν το δρόμο προς το πηγάδι. Η πρόσβαση ήταν επικίνδυνη αλλά και απαραίτητη. Αυτόν το δρόμο τον άφηναν πάντα τελευταίο. Μόνο εάν το χιόνι παρέμενε για μέρες, οι χωρικοί έπαιρναν την απόφαση να πάνε όλοι μαζί, να καθαρίσουν ένα μικρό πέρασμα για να μπορούν να πηγαίνουν μέχρι το πηγάδι και να φέρνουν νερό στα σπίτια τους.

Γενικά, όταν είχε χιόνι, οι άνδρες δεν πήγαιναν για τα ζωντανά εκτός αν υπήρχε σοβαρός λόγος. Για τα πρόβατα και τα κατσίκια λίγοι έδειχναν να ενδιαφέρονται... Στο μεταξύ η μάνα φρόντιζε να ανάψει μια φουφού για να ζεσταθεί το σπίτι και να μην κρυώσει κανείς. Εκείνη είχε την φροντίδα όλης της ημέρας γιατί, για το πρώτο τουλάχιστον εικοσιτετράωρο, όλη η οικογένεια θα έπρεπε να βρίσκεται μέσα στη κουζίνα! Ο οργανισμός μας έπρεπε να παραμείνει ζεστός και δυνατός για να ανταπεξέρθει στο δριμύ ψύχος του χιονιά.

Θυμάμαι τις δυσκολίες που δημιουργούσε η έλλειψη των ξύλων. Όσοι είχαν ένα ικανοποιητικό απόθεμα κάτω από το τζάκι, το χρησιμοποιούσαν με προσοχή και σύνεση. Ακόμη κι' αν είχαν ξύλα κάτω στην «γκέλα», δεν έπρεπε αυτά να σωθούν πριν να φτιάξει ο καιρός. Για το ζύμωμα δεν το συζητάμε· που να βρεις στεγνά φρύγανα για να μην καπνίζουν. Όποιος δεν είχε ψωμί προσπαθούσε να προμηθευθεί από τον διπλανό του και να του το επιστρέψει κάποιες μέρες αργότερα. Έπρεπε να έχεις προβλέψει τα πάντα ακόμη και για το πετρέλαιο της βραδινής λάμπας. Έπρεπε να έχεις όσπρια στα πανέρια με τα μαντήλια (αυτά με τις κόκκινες ρίγες), αλλαντικά στη «ζάρα», κρασί στο βαρέλι και σύκα στο κουρούπι. Έπρεπε να τα έχεις υπολογίσει όλ' αυτά, και τόσα άλλα πράγματα, γιατί δεν μπορούσες να πας με τα πόδια ως τη Χώρα να τα προμηθευτείς. Ήταν δύσκολα τα χρόνια 'κείνα τα παλιά.

Μερικοί, όμως, προσπαθούσαν να τα κάνουν να φαίνονται εύκολα: έβρισκαν την ευκαιρία να πάνε στο κυνήγι –τα χνάρια που άφηναν οι λαγοί επάνω στο χιόνι βοήθαγε απίστευτα τους επίδοξους κυνηγούς!– ή μαζευόντουσαν σε μικρές παρέες, έπαιζαν χαρτιά, ψιλοκουβέντιαζαν και έπιναν όλη μέρα μέχρι το επόμενο πρωί, αφού το χιόνι τους «απαγόρευε» να κατευθυνθούν προς τις δουλειές τους. Κάποιοι χωρικοί πάλι, για να περάσουν την ώρα τους και να βγάλουν το χαρτζιλίκι της μέρας, έκαναν –μέσα στη κουζίνα– και κανένα καλαθάκι.

Τι μπορώ να πω ακόμη για τις εμπειρίες εκείνης της εποχής; Πολλές ήταν οι δυσκολίες, αλλά μεγάλη και η αλληλοβοήθεια μεταξύ των ανθρώπων, που τις έκανε να τις περνάνε πιο εύκολα. Ίσως αυτές οι δυσκολίες να ένωναν περισσότερο το ζευγάρια σε αντίθεση με την εποχή μας. Βέβαια, λόγω της απότομης ανατροπής της καθημερινότητας, δεν έλειπαν οι μικροπαρεξηγήσεις και τα καβγαδάκια μέσα στο ανδρόγυνο. Παρ' όλ' αυτά πιστεύω, πως οι μικρές εκείνες δυσκολίες τους έδεναν, έφερναν πιο κοντά τον έναν στον άλλο και, πραγματικά, όλο το χωριό γίνοτανε μία οικογένεια.

Το απόγευμα –αν είχε φτιάξει ο καιρός– οι χωρικοί φόραγαν τις «γκέτες» που είχαν κρατήσει από τον πόλεμο του '40 και τα πιο χοντρά παπούτσια που, συνήθως, ήταν φτιαγμένα από λάστιχα αυτοκίνητων, έπαιρναν τη χλαίνη τους και το πιο γερό μπαστούνι που είχαν, και πήγαιναν να ρίξουν μια ματιά στα ζώα τους αν είχαν κάποιο πρόβλημα. Το βραδάκι η μάνα προσπαθούσε να συγκεντρώσει την οικογένεια γύρω από το τραπέζι με ένα ζεστό φαγητό. Γονείς και παιδιά είχαν περάσει μια διαφορετική μέρα και ήλπιζαν πως την επόμενη μέρα θα καλυτέρευε ο καιρός. Η πρόβλεψη δινόταν με μεγάλη ευκολία και απόλυτη σιγουριά. Και πραγματικά δεν θυμάμαι ποτέ να κράταγε πολύ αυτός ο καιρός. Το κατάλευκο τοπίο έφευγε σιγά-σιγά, αφήνωντας πίσω του μια αναζοωγονημένη γη. Μια νέα μέρα ξημέρωνε –πιο ζεστή– γεμάτη αισιοδοξία.

Fr. Georges,29.02.2012

*

«Τον θυμούμαι το χειμώνα, την καλή εποχή, την ευτυχισμένη, όταν πήγαινα σ' αυτό το συγγενικό μου σπίτι κι έμενα λίγες ώρες το βράδυ. Ερχόταν κι αυτός, κι ερχότανε για να πει παραμύθια. Μα τι μανία είχε πάθει μ' αυτά!... Και την ημέρα ακόμη, όσες φορές τον είδα, μέσα στην ομιλία, προσπαθούσε να χώσει κι ένα παραμύθι. Και θυμόταν παραμύθια πολλά, πλήθος, που τα κρατούσε καλά η μνήμη του. Αλλ' όταν τα τελείωνε και δεν είχε άλλα, έλεγε και δικά του. Δε μας το 'λεγε ότι ήταν δικά του, αλλά το καταλαβαίναμε, γιατί κομπίαζε, σκεπτόταν και πολλές φορές δεν μπορούσε να βρει τέλος.

»Κι όταν θ' άρχιζε το παραμύθι, θ' άρχιζε έτσι, τις βραδιές τις χειμωνιάτικες: –Ακούτε, μας έλεγε, να σας πω ένα παραμύθι! Κανείς δεν το ξέρει, κανείς άλλος!»

Δημοσθένης Βουτυράς, Πατώντας στις Αναμνήσεις (1921)

Η Αλίκη στην Νήσο των Θαυμάτων

Το μεγάλο κήτος μας άφησε να μπούμε στην σκοτεινή κοιλιά του...

Ένα σκοτεινό πέπλο καλύπτει τις ώρες μέχρι το επόμενο πρωί οπότε, ο ύπουλος γάτος υπάκουσε στις νοερές μου οδηγίες και στις επτά και δέκα ακριβώς προσέγγισε την εξώπορτα.

Ξύπνησε το ανυποψίαστο παιδί της πόλης νούμερο ένα και προσποιήθηκε τον πεινασμένο. Παράλληλα, η καφετιέρα ολοκλήρωσε τον συνωμοτικό κύκλο: με αργές, υπό άλλες συνθήκες βασανιστικές, σταγόνες, εκχύλισε ποσότητα καφέ ικανή για να ξυπνήσει το παιδί της πόλης νούμερο δύο. Ανεβήκαμε στο αυτοκίνητο, που είχαμε στα χέρια μας από το προηγούμενο βράδυ.

Κρεμ. Το χρώμα του αυτοκινήτου ήταν Κρεμ. Το λέγανε Αλίκη.

Κυλίσαμε στον άδειο δρόμο. Αριστερά μας το λιβάδι παρέμενε και περίμενε, αν και για μια στιγμή μου φάνηκε πως ανέμενε και απόμενε... μα προσπαθώντας να φτάσω στην άκρη του νήματος μ΄έπιασε φτάρνισμα από τα χνούδια και σταμάτησα δεξιά.



Στο μεταξύ ο ήλιος είχε βγει και μάλιστα, κατέβηκε λίγο πιό χαμηλά για να μπορέσουμε να τον φωτογραφήσουμε. Μια περαστική μέλισσα άρπαξε την ευκαιρία και τού 'σκασε ένα φιλί στο μάγουλο.



Παρακάτω, παρακάτω και λίγο πιo παρακάτω και ενώ όλα πήγαιναν απρόσμενα καλά, ο καθρέφτης της Αλίκης κατέστησε σαφές πως, θα επενέβαινε σε όλη την βόλτα και ενώ προσπαθούσαμε να θαυμάσουμε τον μεγάλο Δράκο που φυλάει το νησί από Βορρά, ο καθρέφτης επέμενε να μας θυμίζει την έρημη Αγαπιανή άμμο. Πήραμε να ανηφορίζουμε πάνω από την κολυμπήθρα όπου έχουν βαφτιστεί σχεδόν όλοι οι Τηνιακοί.



Τα σύννεφα ενοχλημένα μαζεύτηκαν πάνω μας να δουν τους παράξενους, εκτός ορθού χρόνου επισκέπτες.



Πείσμωσα. Έσυρα με τα δυό μου χέρια λίγο πιo μπροστά το κοντινό βουνό, μα τόσο δα μόνον, και κράτησα τα άλλα στον ίσκιο του σύννεφου. Η φωτογραφία βγήκε όπως την ήθελα.



Τώρα, στο φωτεινό της κομμάτι χώραγαν οι υπότιτλοι, που θα περιέγραφαν την θέα στο χαζό μυαλό μου.

Ο δρόμος ανηφόρισε. Ο καθρέφτης εξακολουθεί να χώνεται εκεί που δεν τον σπέρνουν: ενώ ένα θορυβώδες πράσινο μας είχε τραβήξει την προσοχή, εκείνος επέμενε να μας δείχνει τον πίσω μας δρόμο. «Είναι το ψόφιο αρνί που είδαμε και αφήσαμε ασχολίαστο», ερμήνευσε το παιδί νούμερο ένα. Ο καθρέφτης ηρέμησε. «Είδατε που σας τό'πα», είπε θριαμβευτικά.

Συνεχίσαμε στον δρόμο για το «Χωριό-ανάμεσα-στις-στρογγυλές πέτρες». Δίχως να καταλάβουμε πώς, βρεθήκαμε σ' ένα κάστρο όπου ο αγρότης/αυλικός μας κέρασε ρακί.



Ο βασιλιάς, ανήσυχος για την τόσο πρωινή επίσκεψη, ήρθε κοντά στην πόρτα με ορισμένες από τις παλλακίδες του, δεν ήξερε αν έπρεπε να μας καλωσορίσει ή να μας διώξει με τρόπο.



Περπατήσαμε στο βασίλειο. Από δω φάγαμε ψωμάκι, είπε ο αγρότης και μας έστειλε στα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων να ψάξουμε να βρούμε πότε ήταν η τελευταία φορά, που τα αμπελοφάσουλα έγιναν πρώτο θέμα. Του χρόνου θα βάλουμε πάλι την μπουλντόζα και θα ξαναφυτέψουμε. Πότε ακριβώς είναι αυτό, με τί συμπίπτει για να έχω μια καλή δικαιολογία, που δεν θα παραβρεθώ στο φύτεμα, σκέφτηκα...

Φτάσαμε.



Στην παιδική χαρά του χωριού έπαιζαν γελούδες και ζούδια, που μόλις μας είδαν μας καλωσόρισαν και μας κάλεσαν να παίξουμε μαζί τους –μα είναι γνωστό πως δεν μπορείς να παίζεις με τα ξωτικά γιατί θα σε κρατήσουνε για περισσότερο απ' όσο λογαριάζεις και θα κρυώσει στο μεταξύ ο καφές σου στου Νατάλε.

Στην φωτογραφία τα ξωτικά δεν φαίνονται γιατί έχω προνοήσει να χρησιμοποιήσω φιλμ ειδικό στο να εξαιρεί τρομακτικές –για μερικούς– φυσιογνωμίες.



Σκέφτηκα: πρώτη φορά που ήρθα χειμώνα στην Βωλάξ ήταν το 1990. Μα πόσων χρονών ήμουν τότε; η απάντηση ζωγραφίστηκε αυτομάτως στον τοίχο...

Το χωριό ήταν έρημο, μόνο κάποιες ομιλίες εκφωνητών ραδιοφώνου (ευτυχώς όχι τηλεόρασης, την τρέμω την τηλεόραση) ακούγονταν από ανοιχτά παράθυρα. Ευτυχώς, που οι εκφωνητές δεν πεινάνε ποτέ όπου φιλοξενούνται, αλλιώς, πρώτον θα ήθελαν του κόσμου το φαί και δεύτερον θα πάχαιναν απίστευτα γρήγορα.

Για μια στιγμή με πάγωσε το άδειο χωριό. Ούτε άνθρωπος τριγύρω...



Το παιδί της πόλης νούμερο δύο με σκούντηξε στον ώμο δείχνοντάς μου τον τοίχο. Ησύχασα, ο Αλέκος ήταν επάνω για την περίπτωση που χρειαζόμασταν κάτι...



Κατεβήκαμε στην βρύση του χωριού. Δυστυχώς, για μένα που δεν είχα πιεί καφέ και έπρεπε να γκρινιάξω, εδώ όλα ταίριαζαν.

Τα εφήμερα πλαστικά δίπλα στις πέτρες και το νερό. Τα σκουπόξυλα και ο ανινιγματικός λευκός σκουπιδοτενεκές, που αναιρούσε τον εαυτό του χωρίς να το ξέρει, μιας και πλαστικός και τενεκές δεν γίνεται.

Η ώρα πέρναγε ανελέητη.



Χρειαζόμασταν επειγόντως ένα ξόρκι χρόνου. Πλησιάσαμε με δέος στην μπλε πόρτα του μεγάλου μπλέ νάνου, χτυπήσαμε απαλά, μα η πόρτα παρέμεινε κλειστή, ο μεγάλος νάνος δεν βγήκε ποτέ. Ο χρόνος μας θα τελείωνε στην προαγορασμένη ποσότητα: ένα Σαββατοκύριακο και μόνον αυτό...

Η στενοχώρια δεν κράτησε για πολύ. Ένα παράξενο πλάσμα στεκόταν εμπρός μας.



«Τί είσαι εσύ;» ρώτησα και, μεμιάς, δυό φωνές μαζί ακούστηκαν: «Κιούπι», «κιούπι».
«Και γιατί στέκεστε κώλο με κώλο;»
«Για να στεκόμαστε», μου απάντησαν.
«Και γιατί βάλατε το χερούλι κάτω;»
«Για να μπορούν να πιάνονται τα ξωτικά του κάτω κόσμου και να βγαίνουν», μου απάντησαν.

Αμέσως σκεφτήκαμε πως ήταν ώρα να πηγαίνουμε. Επόμενη στάση, στο κάστρο του Λεοντόκαρδου, εκείνου που μιλάει με το σίδερο κι έχει στημένο το εργαστήρι του ψηλά στο βουνό.

Φτάσαμε.



Στάθηκα έκπληκτος δίπλα στο παράθυρο, η θέα με κοκκάλωσε κυριολεκτικά, όπως μπορείτε να δείτε καθαρά και στην φωτογραφία.



Το κυκλαδίτικο φως με τύφλωσε, ενώ το τελευταίο πράγμα που πρόλαβα να δω πριν σωριαστώ στο χώμα, ήταν το μέτρο στο πεζούλι...

Το μήνυμα ήταν σαφές: μετρείστε κάτι...



Μετά από πέντε ή έξι ρακιά καταφέραμε να μετρήσουμε τελικώς τον ουρανό. Είναι απλό: ξεκινάς από ένα μικρό κομμάτι, το οποίο μετράς με ακρίβεια και μετά, πολλαπλασιάζεις με τον ημερήσιο αριθμό ηλιαχτίδων που είναι απαραίτητες για να παραμείνεις άνθρωπος.



Μόλις τελειώσαμε με αυτό, ο Λεοντόκαρδος μας είπε πως περίμενε κι άλλον έναν φίλο: τον Κάπτεν Νέμο, που αυτήν την εποχή αφήνει τις ανοιχτές θάλασσες και περνάει, που και που, για καμιά κουβεντούλα. Το υποβρύχιο αναδύθηκε αργά-αργά προσέχοντας μην χτυπήσει στο νεοφυτεμένο δέντρο.

Δεν προλάβαμε να αλλάξουμε δυο κουβέντες κι ένα σύννεφο ήρθε και κάθησε εμπρός στον ήλιο και, παρά τις παρακλήσεις μας, δεν έλεγε να κουνηθεί. Αποφασίσαμε να δράσουμε.



Φορτώσαμε στο καροτσάκι το νησί και ξεκινήσαμε. Μόλις φύγαμε από το σύννεφο που μας είχε θέσει υπό τον έλεγχό του και μας κρατούσε στον ίσκιο, εκείνο δικαιολογήθηκε πως, το έκανε για να μην ζαρώνουμε τα μάτια μας και κάνουμε πρόωρες ρυτίδες. Δεν πείστηκε κανείς.

Ξεφορτώσαμε στον ήλιο το νησί και συνεχίσαμε την κουβέντα μας για τον σύγχρονο κινηματογράφο.



Ο Πήτερ Γκρίναγουεη έμενε δύο σκαλιά παρακάτω, πράγμα που αρχικώς δυσκολεύτηκα να το πιστέψω, αλλά, η κοιλιά του αρχιτέκτονα ήταν εμφανέστατη, ξεπρόβαλε εμβληματικά μέσα από την εκκλησία.



Στην πρόσοψη της εκκλησίας υπήρχε και σαφής εξήγηση για το τί απέγιναν οι δράκοι του νησιού. Ο Αγηος Δεμιτριος είχε σκοτώσει τον τελευταίο, άτυχο δράκο.

Η ώρα πέρναγε...



Όσο και αν φλυαρούσαμε, επιτηδευμένα άσκοπα, για να μείνουμε για λίγο ακόμη μαζί, ο ενοχλητικός καθρέφτης εξακολουθούσε να μας πιέζει. Τώρα προσπαθούσε, και αποτύγχανε, να αντιληφθεί το άπειρο μετά από εσφαλμένη κατανόηση των οδηγιών τού Λεοντόκαρδου, αντί μέσα από καθρέφτες, μέσα από υαλοπίνακες αυτοκινήτων.



Το μόνο που κατάφερε να εντοπίσει, ήταν ο Λεοντόκαρδος που επέστρεφε στο κάστρο του...

Γυρίσαμε σπίτι.

Νύσταξα, έγειρα στον καναπέ κι έβαλα όλη μου την προσοχή στα λόγια του επίμονου αέρα.

Ώρα πέρασε. Τόση, ώστε να χωρέσει στο διάστημα ανάμεσα σε δύο βλεφαρίσματα γριππιασμένου πενηντάχρονου.

Ένα κούνημα με ξύπνησε. Κύτταξα έξω απ΄το παράθυρο:



Το βουνό είχε αντικατασταθεί από θάλασσα και ένα καράβι με περιέβαλε σε κάθε μου βήμα.

Ευχήθηκα να μας έκλεινε ο καιρός καταμεσίς στην θάλασσα και να έπρεπε να χτιστεί επί τόπου ένα λιμάνι για να μας προστατεύσει, και τριγύρω του ένα νησί, αλλά αυτό θα έπαιρνε απίστευτα πολύ χρόνο και την Δευτέρα είχαμε δουλειά.

Σκέφτηκα την Αλίκη. Παρέμενε στο λιμάνι παρκαρισμένη με τα κλειδιά επάνω περιμένοντας τον επόμενο μισθωτή, που δεν θα ήξερε πως την λένε Αλίκη.


Ευχαριστούμε θερμά τον Όφιο για την ευγενική παραχώρηση του παραπάνω άρθρου που προέρχεται από το ιστολόγιό του TinosOnThe Run.blogspot.com

Το χωριό μας, τότε και... τώρα!

Πρόσφατα, μια επισκέπτρια της Βωλάξ απευθύνθηκε στον φίλο της και του είπε: «Δεν είναι αυτό το χωριό που είχαμε έρθει τότε. Εκείνο ήταν μικρό και δεν είχε τίποτα. Είναι άλλο σου λέω, είμαι σίγουρη!»

Ήταν Δεκαπενταύγουστος του 1988, όταν ο φακός μια βιντεοκάμερας –σπάνιο για εκείνα τα χρόνια– προσπάθησε να καταγράψει τις γωνιές του χωριού μας, χωρίς να γνωρίζει ότι κατέγραφε το τέλος μιας ολόκληρης εποχής. Τον Αύγουστο του 2010, εικοσιδύο χρόνια μετά, δοκιμάζουμε να κάνουμε την σύγκριση με το «σήμερα».

Τη Βωλάξ, όπως και τα περισσότερα χωριά της Τήνου, τη χαρακτήριζε, τα παλιά χρόνια, η ζωντάνια. Ήταν ένα χωριό με πλούσιες παραδόσεις, γεμάτο ανθρωπιά, πολύ μόχθο και έντονη θρησκευτικότητα. Οι παλαιότεροι που έζησαν τα παιδικά τους χρόνια κοντά στον πόλεμο μέχρι και τις αρχές της δεκαετίας του '60, θυμούνται με κάθε λεπτομέρεια τα γλέντια και τις χαρές, τα κυνήγια και τις βεγγέρες, τις γιορτές της Παναγίας με τα πανηγύρια και τις μαράντες, όπου συμμετείχαν όλοι και από τα γύρω χωριά.

Για δεκαετίες –μπορεί και αιώνες– το χωριό δεν είχε αλλάξει καθόλου μέχρι την «αναγκαστική» εγκατάλειψή του από την φυγή των νέων που ξεκίνησε στα τέλη της δεκαετίας του '50. Οι νέοι έφυγαν για τη Χώρα, την πρωτεύουσα, ακόμη και σε άλλες χώρες της γης...

Αν και η αξία ενός χωριού είναι οι άνθρωποί του, τα γκρεμισμένα ερείπια έκρυβαν μέσα τους χαρές και λύπες· μυρωδιές από βωλακίτικες λιχουδιές, μονότονους ήχους από λατινικές προσευχές. Στα χαλάσματα αυτά έβρισκες παλιά φάρμακα, χαμένα παπούτσια, σκουριασμένα εργαλεία καλαθοπλεκτικής. Λες και τα ερείπια κουβαλούσαν την δικιά τους ιστορία και περίμεναν καρτερικά την επιστροφή αυτών που είχαν ζήσει μέσα τους...

Έτσι και έγινε! Από τα μέσα της δεκαετίας του '70, και τη διάνοιξη του δρόμου μέχρι το χωριό, είχαμε το πρώτο κύμα επιστροφής αυτών που είχαν φύγει. Η νοσταλγία και η αγάπη τους για το χωριό, τους έφεραν πίσω, έτοιμους να προσφέρουν και να το ξανακάνουν όπως ήταν, και –γιατί όχι– καλύτερο ακόμη: Δεκάδες έργα, όπως η δημιουργία αποχετεύσεων, η διάνοιξη δρόμων, το φύτεμα του πράσινου και, φυσικά, η ανακατασκευή των μισοερειπωμένων σπιτιών (δυστυχώς, όχι πάντα με τον καλύτερο δυνατό τρόπο...), ήταν κάποια έργα αυτής της δυναμικής εποχής.

Τον Αύγουστο του 2010, εικοσιδύο χρόνια μετά την πρώτη γνωστή βιντεοσκόπηση, προσπαθήσαμε να φωτογραφίσουμε το χωριό από την ίδια θέση ώστε να μπορεί κανείς να κάνει τη σύγκριση του τότε με το τώρα. Δυστυχώς, κάποιες φωτογραφίες δεν μπορούμε πλέον να τις αναπαράγουμε καθόλου: Νέα σπίτια εμφανίζονται μπροστά από τη θέση που είχε πάρει τότε ο φακός, ή πάλι, καινούργια οικήματα βρίσκονται ακριβώς επάνω στα σημεία που κάποτε υπήρχαν υπολείμματα πέτρινων τοίχων και γκρεμισμένων δομάτων. Στα σημεία που τα χαλάσματα έλεγαν –σε μας, τα παιδιά– την δκή τους ιστορία.

Πηγή φωτογραφιών υπήρξαν
Ντοκιμαντέρ, διάρκειας μίας ώρας, με τίτλο «Βωλάξ 1988»
Για τις φωτογραφίες του 2010: Leopold Dustal, Δημήτρης Βίδος (volax.gr)


Copyright © Leopold Dustal, 2010 - Web Design by Rania Tzouganatou